καράμπογια η, μαύρη μπογιά· τουρκ. karaboya.
καραούλι το, παρατηρητήριο· ίσως τουρκ. karako (= φρουρά).
καράς, ο, μαύρος· τουρκ. kara.
καρατάρω = υπολογίζω, ιταλ. caratare.
καρατζάς ο, είδος ελαφιού και πουλιού, τουρκ. karaca..
καράτι το, το 1/24 της ουγγίας· ιταλ. carato < λατιν. carratus < ελλην. κεράτιον (= κουκούτσι χαρουπιού). (A. Maidhof στην Glotta 10,11).
καράφα η, φιάλη· ιταλ. caraffa < αραβ. gharofa (= φλασκί).
καράφλα η, φλάκρα· μεσν. φαλάκρα (αντιμετάθ.)
καρβέλι το, μεσν. γαρβέλιν < ίσως ιταλ. caravella ή το σλαβ. karvalj< korvalj.
καρβουναρειό το, από το ουσ. καρβων-άρης +κατάλ. –είον.
κάργα η, είδος πουλιού· όψιμη μεσν. κάργα < τουρκ. karga.
καργάρω = φορτώνω· βενετ. cargar.
κάργο το, φορτηγό πλοίο· αγγλ. cargo (- boat).
κάρδαμο το, είδος φυτού· αρχ. κάρδαμον.
καρδαμώνω = από το ουσ. κάρδαμο + κατάλ. –ώνω.
καρδάρι το, καρδάριον < καδάριον, υποκο-ριστικό του κάδος. Επίσης: < λατιν. quartarius (= μέτρο χωρητικότητας), ή μεσν. καλδάριον < λατιν. caldarium (= θερμαντήριο αγγείο).
καρδινάλιος ο, μεσν. καρδινάλιος < λατιν. cardinalis < επίθ. cardinalis (ενν. clericus).
καρέ το, άκλιτ. τετράγωνο· γαλλ. carre < λατιν. quadratus.
καρέκλα η, αρχ. βενετ. charegla.
καρενάγιο το, τροπιστήριο· ιταλ. carenaggio.
καρένιος επίθ., καρυδένιος· μεταγν. καρύδινος με επίδραση του καρ-έα.
καρίδα η, αρχ. καρίς· γαρίδα, από το αρχ. καρίδα, αιτ. του αρχ. καρίς.
καριέρα η, σταδιοδρομία· ιταλ. caricatura.
καρικώνω = μαντάρω· από το ιταλ. carico (= φόρτωμα).
καρίνα η, τρόπιδα πλοίου· λατιν. carina.
καριόλα η, κρεβάτι· ιταλ. carriola.
καριοφίλι το, τουφέκι· από το Carlo e figlio, φίρμα ιταλ. εργοστασίου όπλων.
καριοφίλι το, είδος φυτού.
καρυοφύλλι το, είδος φυτού· από το καρυοφύλλιον, υποκορ. του μεταγν. καρυόφυλλον (= φύλλο καρυδιάς).
καρότο το, ιταλ. και λατιν. carota (θηλ.) αρχ. ελλ. καρωτόν.
καρότσα η, ιταλ. carrozza.
καρούλι το, υποκορ. του αρχ. κάρυον (= κοχλίας).
καρούμπαλος ο, ίσως καρύμβ-αλος, αρχ. κόρυμβος.
καρπαζιά η, κόλαφος (αγν. ετύμου). Ίσως από το τουρκ. karapasi (= είδηση).
καρπέτα η, είδος χαλιού· γαλλ. carpette < αγγλ. carpet.
καρπίζω μεταγν. καρπ-ίζω < καρπός.
καρσί επίρρ. αντίκρυ· τουρκ. karşi.
καρσιλαμάς ο, είδος χορού· karşi-lama.
καρτάλι το, είδος είδος αϊτού· τουρκ. kartal.
καρτέλα η, ιταλ. cart-ella, υποκορ. του carta.
καρτέρι το, < καρτερώ (υποχωρ.), κατά το σχήμα: κυνηγώ – κυνήγι. –