109η Συνέχεια
-Πού το’ χεις το αυτοκίνητό σου; Ρώτησε γρήγορα η Μαριέτταnullôο έκρυψα σε ένα στενάκι, ξεπέταξε στα γρήγορα ο Γιώτης που είχε κολλήσει στο παράθυρο πλάι στη Μαριέττα και κοίταζε την Κατερίνα που πλησίαζε.
-Μείνε εδώ, κρύψου στο δωμάτιό μου γρήγορα. Εγώ βγαίνω, θα την πάρω κάπου έξω, εσύ θα φύγεις και κλείνεις και την πόρτα πίσω σου…
Βγήκε και προχώτησε προς την κόρη της.
Κατερίνα μου, πώς και έρχεσαι τέτοια ώρα;
-Να, τι να σου πω, δεν ένιωθα και τόσο καλά και έφυγα,… Εσύ πού πας;
-Έλα, πάμε μαζί, στο φαρμακείο πήγαινα, κ’ εγώ έχω έναν πονοκέφαλο που δε λέγεται. Και δεν έχομε τίποτα στο σπίτι. Έλα δυο λεπτά, ευκαιρία να σου δώσει κάτι κ’ εσένα ο φαρμακοποιός…
***
Φτηνά τη γλίτωσα! …ψιθύρισε ο Γιώτης. Έβλεπε τις γυναίκες που απομακρύνονταν. Πήρε έναν αριθμό στο κινητό. «Έλα, εγώ είμαι, ο Νικήτας… Ναι, ναι, όλα καλά. Ψήνεται μου φαίνεται. Σύντομα σε βλέπω μαζί της. … Ποιαν; Τη μικρή, λες;… Εκεί θα το προχωρήσουμε μαζί. Εγώ δεν πρέπει να παρουσιαστώ όταν είναι και η κόρη παρούσα γιατί τότε την πατήσαμε. Έχω κάνει όμως ένα σχέδιο. Όταν πέσει η μάνα.., η Μαριέττα, τότε θα της κάνουμε έναν εκβιασμό για την κόρη και θ’ αναγκαστεί να μας την πλασάρει και τη μικρή… Εντάξει, κλείνω τώρα, γεια.
***
Η Αθαλία δεν μπορούσε να το χωνέψει που τα έβαλαν μ’ αυτό τον υπέροχο άνθρωπο. Δεν έκανε τίποτα το ύποπτο. Απεναντίας, προσπάθησε να τη βοηθήσει, θα πάθαινε εγκαύματα, ποιος ξέρει τι άλλο! Ο καφές ήταν ζεματισός… Έστριψε αριστερά και βγήκε στο δρόμο της Αλκμήνης.
-Γεια σου, Αλκμήνη μου!
-Γεια σου… Χαίρομαι πολύ που ήρθες πάνω στην ώρα γιατί τον ήθελα τον καφέ αυτή τη στιγμή.
Ευκαιρία ζητούσε η Αθαλία για συζήτηση με τη φίλη της, ήθελε να της μιλήσει για τον τρόπο που φέρθηκε ο άντρας της και η Κατερίνα στον Πελοπίδα. Και βέβαια η ευκαιρία δεν άργησε να’ρθει, αφού είπαν τα συνηθισμένα για τα παιδιά, της το ξεπέταξε η Αθαλία.
-Βρε Αλκμήνη μου, τι να σου πω, ντράπηκα προχτές μπροστά στον άνθρωπο που ήρθε για τις ηλεκτρικές συσκευές. Να δεις πώς του φέρθηκαν ο άντρας με την ξαδέρφη του, την Κατερίνα…
Η Αλκμήνη ανυποψίαστη ακόμα έδειχνε ενδιαφέρον για το επεισόδιο, να μάθει τι ακριβώς συνέβη.
-Να σου πω τι έγινε. Ήρθε ένας ηλεκτρολόγος, καινούργιος στην περιοχή, να συστηθεί και να δει αν μπορούσε, όποτε είχαμε ανάγκη, να προσφέρει τις υπηρεσίες του. Υπέροχος άνθρωπος, Πελοπίδα τον λένε…
Ας είναι, σκέφτηκε η Αλκμήνη, δεν είναι αυτός…
-Και που λες, Αλκμήνη μου, του έκανα καφέ και τα λέγαμε, ο δυο μας ήμασταν, στο τραπέζι, στην κουζίνα…
Κάτι δεν πάει καλά, άρχισε να υποψιάζεται τον τύπο η Αλκμήνη μ’ αυτά που άκουγε… Χαμογέλασε βεβιασμένα που έβλεπε την Αθαλία ενθουσιασμένη από τη γνωριμία με τον «Πελοπίδα», έτσι τον είχε πει…
-Και που λές, Αλκμήνη μου, κάποια στιγμή τι να σου πω, κάποια χειρονομία έκανε ο Πελοπίδας και χύνει τον καφέ πάνω μου…
-Στα πόδια σου… πετάχτηκε η Αλκμήνη να προσθέσει.
-Ναι, ακριβώς, όπως τα λες, Αλκμήνη μου. Και που λές, ζεματιστός ο καφές μ’ έκαψε…
-Καλά και κείνος ο … Πελοπίδας, πετάχτηκε πάλι η Αλκμήνη, τι έκανε;
-Αχ, αυτό ήρθα να σου… Για πότε πρόλαβε…
-Μη μου πεις πως σου έβαλε χέρι στα μπούτια!
-Αχ, δεν το σκέφτηκα έτσι, μην το παίρνεις άσχημα εσύ γιατί δεν το έζησες… Έπεσε με τα μούτρα ο Πελοπίδας και μ’ έσωσε…
-Σου χάιδευε τα μπούτια θα μου πεις τώρα…
-Αχ, τι να σου πω, δεν καταλαβαίνεις γιατί δε το έχεις ζήσει εσύ… Έτσι κάνει όπως δεν έχει βρεθεί σε τέτοια κατάσταση. Χάδια τα βλέπεις εσύ που ο άνθρωπος μου σκούπιζε τον καφέ από τα πόδια που θα είχε τσουρουφλιστεί και θα τρέχανε με το ασθενοφόρο στις πρώτες βοήθειες! … Τι να σου πω, δεν καταλαβαίνειςnullêαταλαβαίνω καθόλου, αφού …δεν τα έζησα εγώ τέτοια πράγματα… Και.. δε μου λες κάτι άλλο; Για κάνε μου μια καλή περιγραφεί αυτού του ατόμου, σε παρακαλώ!
Η Αλκμήνη άκουγε με προσοχή την περιγραφή του «Νικήτα» όπως τον έλεγε μέσα της εκείνη…
-Και ξέρεις κάτι, Αλκμήνη;… Τον πήρα τηλέφωνο, όταν έφυγαν ο Χαρίλαος και η Κατερίνα, και του ζήτησα συγνώμη για τη συμπεριφορά τους… Του είπα πως θα ήθελα να επανορθώσω το συμβάν και τον παρακάλεσα να ξανάρθει μια μέρα. Θα σου πω και σένα να’ρθεις να τον γνωρίσεις… (Συνεχίζεται)