[]
[]
[]
[Web Creator] [LMSOFT]
130ή Συνέχεια

Ένα μεγάλο ερωτηματικό ήταν αυτός ο άνθρωπος. Μόνο με τη σκέψη πως ίσως να μην ήταν πατέρας της, χάνοντάς τον δημιουργήθηκε ένα μεγάλο κενό μέσα της. Τώρα περισσότερο από κάθε άλλη στιγμή ένιωθε την ανάγκη να εξιχνιάσει το μυστήριο, να μάθει. Αλλά πώς; Και... η άλλη σκέψη ήταν: Γιατί; Γιατί να το ψάξει; Τι είχε να κερδίσει με την επιβεβαίωση ότι ναι ήταν πατέρας της. Σωστά, έλεγε μέσα της, αλλά αν η πραγματικότητα ήταν το αντίθετο;...
Ωραία, κι αν ακόμα έτσι είχαν τα πράματα, τι θα κέρδιζε αν μάθαινε πως αυτός που παρουσιάστηκε ξαφνικά στη ζωή της και της είπε το και το από το παρελθόν, δεν ήταν ο πατέρας της; Αλλά πάλι, δεν μπορεί, δεν ήταν δυνατόν, εφόσον της διηγόταν περιστατικά που κανένας άλλος δεν μπορούσε ποτέ να τα γνωρίζει. Την έπαιρνε μικρούλα τότε, στην παιδική χαρά, λεπτομέρειες που συνέβησαν εκεί τη στιγμή που δεν υπήρχε κανένας άλλος γύρω τους, ήταν αδύνατο να γνωρίζει αυτός ο άνθρωπος αν δεν ήταν ο ίδιος εκείνος που την έπαιζε στις κούνιες!
Αυτά όλα την βασάνιζαν. Έπρεπε να ξεδιαλύνουν τα μυστήρια, αλλιώς δεν επρόκειτο να ησυχάσει. Πώς όμως; Τι έπρεπε να κάνει; Το σοβαρότερο πρόβλημα αυτή τη στιγμή ήταν η οικογένειά της, που την παραμέλησε.
Πώς να τους αφήσει και να κυνηγήσει τις δικές της ανησυχίες! Γιατί έκανε και μιαν άλλη σκέψη η κυρία Αθαλία. Να φύγει αμέσως για τη Μόσχα. Εκεί βρισκόταν η απάντηση στο αν ήταν πατέρας της ο κύριος με το κασκέτο – όπως τον είχε προσέξει να την παρακολουθεί αρχικά στην Αθήνα. Ήταν σίγουρη πως στη Ρωσία έπρεπε να ψάξει να βρει τη λύση.
Ναι, αλλά κυρία Αθαλία, ξέχασες πως έχεις κάνει τέτοια διαβήματα στο παρελθόν, τότε που ακόμα ήσαν εν ζωή ορισμένα πρόσωπα γνωστά σου. Τώρα πάνε κι αυτοί, έφυγαν. Τι θα κάνεις αυτή τη φορά;... Ποιούς θα βρεις για να μάθεις αυτό που σε βασανίζει; Αχ, θα σκάσω, έλεγε και ξανάλεγε η κοπέλα.
Σήμερα, όμως, σκέφτηκε,  τα πράματα είναι διαφορετικά στη Ρωσία. Πρέπει να υπάρχουν στοιχεία που θα μου τα δώσουν, αν πάω εκεί που πρέπει να πάω να ρωτήσω.
Το παιδί όμως;... Πού θα αφήσω το παιδί αυτή τη στιγμή που με έχει ανάγκη! Αχ, θα σκάσω, θα τρελαθώ.
Να πάω να δω τη Γιοβάννα. Αυτή θα μπορέσει να με καθοδηγήσει. Αυτή είναι σοβαρός άνθρωπος, είναι και γιατρός και είναι κι από τη Μόσχα. Εκεί πρέπει να κάνω το πρώτο βήμα.
Κάποιο τηλέφωνο χτύπησε... Όχι του σπιτιού, το σταθερό. Το κινητό της ήταν. Έτρεξε να το ανοίξει,
-Έλα, Χαρίλαε... Τι πράμα;... Α, ναι, εγώ το έβγαλα το τηλέφωνο από την πρίζα για να αποφύγω τα ανεπιθύμητα. Με τρέλαναν. ... Αν είμαι καλά; Ε, ας πούμε έτσι κι έτσι. Λέω να πάω να με κοιτάξει η Γιοβάννα... Ναι... Ναι, εντάξει, γεια.

Στο νοσοκομείο δεν περίμενε πολύ. Αλλά ... η Γιοβάννα ήταν πολύ σοβαρή μαζί της σήμερα, κάτι που η Αθαλία είχε προσέξει και την τελευταία φορά που ειδωθήκανε. Μήπως ήξερε κι αυτή κάτι για τον πατέρα της και δεν ήθελε να το φανερώσει. Πάντως ήταν εκατό τοις εκατό σίγουρη πως τη Γιοβάννα δεν την γνώριζε στη Μόσχα. Ήταν άγνωστη στην οικογένεια. Δεν αποκλείεται όμως να ήξερε κάτι για τον πατέρα της. Από τις πληροφορίες που είχε συλλέξει η ίδια, τότε που πρωτοπαρουσιάστηκε ο τύπος με το κασκέτο ως πατέρας της, από ό,τι έμαθε στο ταξίδι που είχε πάει στη Μόσχα, ο πραγματικός της πατέρας ήταν ανακατεμένος σε οργανώσεις κατά του καθεστώτος, είχε δράσει, τον έβαλαν φυλακή, και με κάποιο τρόπο ίσως να ανακατεύτηκε κι ο πεθερός της από την Ελληνική Πρεσβεία. Αυτά είχε μάθει τότε. Με ποιο τρόπο όμως ανακατεύτηκε ο κύριος Παύλος, ο πεθερός της; Καλό ή κακό; Μήπως εκείνος τον βοήθησε να τακτοποιήσει χαρτιά, να αλλάξει πρόσωπο, και να βγει από τη Ρωσία για να καταλήξει στην Ελλάδα;
Πολλά τα μυστήρια που πέρασαν γρήγορα από το μυαλό της όταν πρόσεξε μια διαφορετική στάση της Γιαβάννας στο νοσοκομείο. Η γιατρός απέφυγε κάθε συζήτηση για το παρελθόν στη Ρωσία και συγκεντρώθηκε μόνο στο ιατρικό θέμα. Της σύστησε κάποιον ψυχίατρο που, κατά τη γνώμη  της, έπρεπε να δει.
Εκείνο όμως που τάραξε περισσότερο την Αθαλία ήταν όταν αποχαιρέτησε τη Γιοβάννα και έβγαινε από την πόρτα του γραφείου της, εκείνη της πέταξε την ερώτηση κοφτά: Τι έκανες με τον Παύλο, πήγες να τον δεις;...
Αυτά τα τελευταία λόγια της Γιοβάννας την έβαλαν σε σκέψεις. Γιατί να επιμένει για τον Παύλο; Και γιατί και ο ίδιος ο πατέρας της να της πει στις τελευταίες του λέξεις, να πάει να βρει τον Παύλο;...
Έβαλε να κάνει έναν καφέ να κάνει γι να συζητήσει σοβαρά με τον εαυτό της, λες και θα ’καναν συμβούλιο οι δυο τους, ώστε να βγάλει μιαν απόφαση.  Αλλιώς... Τι αλλιώς, κυρία Αθαλία; Μήπως έχεις κάποια άλλη λύση που δεν την έχεις ανακοινώσει ακόμα ούτε στον ίδιο σου τον εαυτό; ...
Το βρήκα!... Ναι, αυτό είναι. Αυτό θα κάνω.
Η Ελληνική Πρεσβεία στη Μόσχα πρέπει να έχει ορισμένα στοιχεία για τον πατέρα της, αφού ο ίδιος ο πεθερός της υπηρετούσε εκεί τότε.
Γιατί όμως αποφεύγει να πάει απ’ ευθείας στον πεθερό της να τον ρωτήσει;... Μήπως υπάρχει κάτι που την κάνει να μην τον εμπιστεύεται; Ξέρει κάτι η Αθαλία που το κρύβει μέσα της;...


129η Συνέχεια

Οι δημοσιογράφοι είχαν κατακλύσει την αίθουσα, οι προσκεκλημένοι κατέφθαναν, Δήμαρχος και άλλοι επίσημοι. Ανακατεμένοι στον κόσμο ήταν και οι συμμαθητές του Παυλάκη, που τους είχαν κρατήσει μάλιστα μια σειρά, σε καλή θέση κοντά στη σκηνή για τον καμαρώσουν από κοντά.
Στα παρασκήνια βρισκόταν η Αθαλία και ο Χαρίλαος με το γιο τους, συντροφιά με δύο άτομα από το σχολείο, η μία ήταν η δασκάλα μουσικής. Περισσότερη ανησυχία είχε πάντως η μητέρα του παρά ο μικρός που συζητούσε με τους νεαρούς τεχνικούς του θεάτρου σαν να μην συνέβαινε τίποτα το ιδιαίτερο.
Όταν πλησίασε η ώρα της έναρξης παρουσιάστηκε και κάποιος άλλος κοντά τους. Ο Παύλος, ο παππούς του μικρού και πεθερός της Αθαλίας.
«Είδες, Αθαλία μου, δεν το ξέχασα, εδώ είμαι».
Αγκάλιασε τον εγγονό και τον φίλησε. «Εγώ τώρα θα πάω να καθίσω κάτω, στην αίθουσα. Να είμαι μπροστά να σε καμαρώνω!»

Τέλος, η ώρα έφτασε. Ο υπεύθυνος καθηγητής φώναξε τον Παυλάκη, του έδωσε τις τελευταίες, τυπικές οδηγίες. Τα φώτα χαμήλωσαν στην αίθουσα.
Με το που παρουσιάστηκε ο Παυλάκης στη σκηνή, ξέσπασαν οι συμμαθητές του σε  χειροκροτήματα και τους ακολούθησαν όλοι οι άλλοι.
Ντυμένος με φράκο..., όπως είθισται με τους σολίστες της κλασικής μουσικής, προχώρησε κατ’ ευθείαν στο πιάνο. Σταμάτησε, γύρισε προς το κοινό που τον χειροκροτούσε, και έκανε την συνηθισμένη υπόκλιση. Ύστερα γύρισε προς το πιάνο, κάθισε, χωρίς χαρτί μπροστά του, και άρχισε να παίζει.

Ήταν μια βραδιά όνειρο, όχι μόνο για τον Παυλάκη και τους δικούς του, αλλά για όλο το ακροατήριο. Είχαν όλοι καρφώσει τα μάτια τους πάνω στο παιδάκι και δεν πίστευαν αυτά που έβλεπαν και άκουγαν.

Στο πρόγραμμα είχαν αφήσει στο τέλος και μια «συνέντευξη», όχι με δημοσιογράφους αλλά με ένα νεαρό καθηγητή μουσικής ενός ωδείου. Αυτό το έκαναν περισσότερο για να μάθει ο κόσμος κάτι για τον ίδιο τον Παυλάκη, πώς σκέφτεται, πώς ετοιμάζει ένα έργο που θα παίξει, κλπ. Αλλά εκείνο που κατέπληξε τους θεατές ήταν όταν τον ρώτησε ο μουσικός αν μπορεί να εντυπωθεί ένα κομμάτι όταν το ακούσει, και αν μπορεί να το παίξει μετά. Όταν ο μικρός είπε πως ίσως να μπορούσε, ο μουσικός κάθισε στο πιάνο και έπαιξε ένα μικρό κομμάτι ίσα ίσα ένα λεπτό και κάτι.
Άλλαξαν τότε θέση στο πιάνο, κάθισε ο Παυλάκης και το επανέλαβε αυτούσιο.

Στο τέλος της παράστασης πήγε και η Γιοβάννα να τους βρει στα παρασκήνια – είχε αργήσει λίγο γιατί καθυστέρησε στο νοσοκομείο.

Την επομένη η Αθαλία αναγκάστηκε να βγάλει το τηλέφωνο για να ησυχάσει από τα πολλά τηλεφωνήματα. Ο Παυλάκης ήταν στο σχολείο, ο Χαρίλαος στη δουλειά, κι εκείνη μόνη. Ακόμα και στη στενή της φίλη, την Αλκμήνη, είπε πως προτιμούσε να μείνει μόνη όλη την ημέρα. Το είχε ανάγκη. Έπρεπε να κάνει μια περισυλλογή στις σκέψεις της με όλα αυτά που αναστάτωσαν τη ζωή της τελευταία. Από τη μια μεριά η επιτυχία του παιδιού της κι απ’ την άλλη ο χαμός του πατέρα της. Κόπηκε ο τελευταίος δεσμός που είχε με τις ρίζες της. Το μυαλό της είχε παγώσει πάνω σ’ αυτά τα γεγονότα, σαν να της έλεγε πως ήταν υποχρέωσή της να τα ζήσει και να τα ξαναζήσει. Όμως εκείνη η αμφιβολία, η αμφιβολία που τη βασάνιζε, δεν ξεδιαλύθηκε, το πρόβλημα με τον πατέρα της – αν ήταν πατέρας της, παρέμεινε αναπάντητο.
Τότε όμως κάτι άλλο της πέρασε από το νου. Το πρόβλημα έμεινε αναπάντητο, ναι, αλλά αυτό δε θα άλλαζε, ακόμα κι αν ο πατέρας της ζούσε, όπως άλλωστε δεν άλλαξε όσο ζούσε. Εκείνος επέμενε κατηγορηματικά πως ήταν πατέρας της.
Έτσι, και μετά το θάνατό του, τα πράγματα δεν άλλαξαν. Αν λοιπόν η Αθαλία ήθελε να μάθει την αλήθεια, με την κατάσταση που επικρατούσε εκείνη τη στιγμή, έπρεπε να ζητήσει τη λύση αλλού.
                                                                               Συνεχίζεται
     125η   Συνεέχεια από το προηγούμενο
       
Η Αθαλία στο νοσοκομείο πλάι στον πατέρα της, του κρατούσε ακόμα το χέρι. Φαινόταν να συνέρχεται από τη νάρκωση. Η κοπέλα έριξε μια ματιά στο ρολόι της. Είχαν περάσει δεκαπέντε λεπτά από τότε που τον έφεραν από το χειρουργείο. Τη στιγμή που έμπαινε η νοσοκόμα εκείνος άνοιγε τα μάτια του.
Πάνω στην ώρα μπήκε και η Γιοβάννα, η γιατρός τους, είχε έρθει, φαίνεται, από το άλλο νοσοκομείο όπου εργάζεται, για να δει τον πατέρα της Αθαλίας.
Σοβαρή φαίνεται, σκέφτηκε η Αθαλία. Σίγουρα την ενημέρωσαν οι άλλοι, ξέρει λοιπόν καλύτερα την κατάστασή του...
Η Γιοβάννα δε μίλησε. Η νοσοκόμα παραμέρισε για να της κάνει χώρο να πλησιάσει στο κρεβάτι. Εκείνος γύρισε το βλέμμα του ψηλά και την κοίταξε. Της χάρισε ένα χαμόγελο που του το ανταπόδωσε εκείνη αμέσως. Του έπιασε το σφυγμό.
Γιατί δε μιλάει, γιατί δε μου είπε τίποτα; ... σκεφτόταν η Αθαλιά. Πάντως το ότι δε θα ζήσει για πολύ είναι σίγουρο, αφού έτσι ήταν η διάγνωση των γιατρών που τον έβαλαν στο χειρουργείο. Αχ, πατερούλη μου!...
Εντάξει, μια κοφτή κουβέντα από τη Γιαβάννα, που συνέχισε απευθυνόμενη στον ασθενή στα ρωσικά.
Εκείνος γύρισε το κεφάλι προς την Αθαλία και είπε δυο κουβέντες ρωσικά, χαμογελώντας. Η κοπέλα απάντησε στην ίδια γλώσσα, σε κάπως αυστηρό τόνο.
Η νοσοκόμα έριξε μια γρήγορα ματιά στους τρεις τους και βγήκε από το δωμάτιο. Ήταν η μόνη που δεν καταλάβαινε τη γλώσσα. 
ΚΙ η Γιοβάννα όμως δεν έμεινε.
-Θα πρέπει να πηγαίνω.
-Σ’ ευχαριστώ πολύ, Γιαβάννα, που έκανες τόσο δρόμο από το νοσοκομείο σου να έρθεις εδώ, της ψιθύρισε η Αθαλία και τη φίλησε. Αργότερα θα περάσω από κει να δω τον πεθερό μου, εκεί τον έχουν.
-Ναι, έκανε βιαστικά η Γιοβάννα φεύγοντας, δεν διατρέχει κανένα κίνδυνο.
Η Αθαλία πήγε πολύ κοντά στον πατέρα της, του έσφιξε το χέρι και άρχισε να σιγοτραγουδάει στα ρωσικά ένα παιδικό τραγουδάκι. Εκείνος την κοίταζε στα μάτια. Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του. Τι καυτά που είναι τα δάκρυα καμιά φορά...Δε βάσταξε. Άρχισε να ψιθυρίζει το τραγουδάκι κι εκείνος. Η Αθαλία του χαμογελούσε. Καμιά φορά και τα καυτά δάκρια είναι κολλητικά, φαίνεται...
Ήταν το τραγουδάκι στις κούνιες, στην παιδική χαρά στη Μόσχα. Το τραγουδάκι που της είχε μάθει εκείνος.
Ο γιατρός πέρασε να τον δει. «Αύριο θα έχουμε νεότερα» είπε στην κοπέλα. «Καλό θα είναι όμως να τον αφήσουμε μόνο τώρα.»

Φτάνοντας στο άλλο νοσοκομείο όπου είχαν τον πεθερό της άφησε την εικόνα του πατέρα της που στριφογύριζε στο νου της όλο το διάστημα και, βγαίνοντας από το αυτοκίνητο, είπε σοβαρά στον εαυτό της «Μωρέ, πατέρας μου πρέπει να είναι!» τονίζοντας εκείνο το «πρέπει».

Ήταν σούρουπο κιόλας. Στο δωμάτιο του πεθερού της ήταν κι ο άντρας της με τον μικρό.
-Μαμάκα, μου! Έτρεξε πάνω της ο Παυλάκης.
-Πώς τα πάμε, τι γίνεται; Ρώτησε η Αθαλία κουρασμένα τον πεθερό.
-Μην ανησυχείς, Αθαλία μου, όλα καλά είναι. Αύριο βγαίνω.
Εκείνη κοίταξε την Κατερίνα και τους άλλους ερωτηματικά αλλά πριν προλάβει πετάχτηκε ο άντρας της «Καλά λέει, αύριο βγαίνει».

***
Στην κουζίνα της Αλκμήνης ήταν η μικρή η Τάνια. Η μητέρα της είχε μισοξαπλώσει σε μια πολυθρόνα χωρίς όρεξη να κουνηθεί.
-Τάνια... Τάνια! Πού είσαι, χρυσό μου;
-Στην κουζίνα, μαμά , ετοιμάζω τη σούπα.
-Σούπα κάνεις; έκανε η Αλκμήνη παραξενεμένη.
-Ναι. Μαμά μου, σε λίγο πρέπει να έρθει ο μπαμπάς και θα καθίσουμε όλοι στο τραπέζι.
Η Αλκμήνη, ξύπνησε καλά τώρα, συνήλθε. Βρε το κοριτσάκι μου, μονολογούσε σιγά. Πόση βοήθεια μου έχει προσφέρει τελευταία με όλα τα γεγονότ   α, με ό,τι τράβηξα... Έχει δίκιο όμως η Αθαλία. Πρέπει να τα ρίξω όλα πίσω μου και ν’ αρχίσω μια καινούργια ζωή με τον άντρα μου και το παιδί μου. Εκείνο το τέρας που μ’ έριξε στο βούρκο βγήκε από τη ζωή μου για πάντα.
***
Η Αθαλία πήρε τον Παυλάκη στο αυτοκίνητο φεύγοντας από το νοσοκομείο για το σπίτι. Ο Χαρίλαος ερχόταν μόνος του με το αυτοκίνητό του.
Τελειώνει ο πατέρας μου... οι σκέψεις δεν άφηναν την Αθλία. Αυτό ήταν λοιπόν. Θα τη  βγάλει τη νύχτα άραγε;

 (Συνεχίζεται)
Αθαλία - Μυθιστόρημα,  Ντίνος Γκρους
      ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ
Η Αθαλία γεννήθηκε στη Μόσχα και έχασε μικρή τους γονείς της. Ο Στρατιωτικός ακόλουθος της εκεί Ελληνικής Πρεσβείας, κ. Παύλος, τη βοήθησε να εγκατασταθεί στην Ελλάδα, όπου η Αθαλία παντρεύτηκε το γιο του, το Χαρίλαο, και απόκτησαν  τον Παυλάκη. Η Αθαλία γίνεται  μοναδική κληρονόμος μεγάλης περιουσίας από τον παππού της, στη Φινλανδία. Ένας μυστηριώδης τύπος παρουσιάζεται ξαφνικά ως πατέρας της! Η Αθαλία και οικογένεια συνδέονται με ένα άλλο ζευγάρι, την Αλκμήνη και τον Αχιλλέα (καθηγητή στο Πανεπιστήμιο) που η κόρη τους Τάνια ταιριάζει με τον Παυλάκη (μουσικό ταλέντο). Η Κατερίνα, φοιτήτρια, ξαδέρφη του Χαρίλαου, κολλάει στον καθηγητή. Ξαφνικά παρουsιάζεται ο Νικήτας στην Αλκμήνη, ο μεγάλος της έρωτας από το γυμνάσιο – την εκβιάζει, την «πλασάρει» σε άλλους, εκείνη υποφέρει, κινδυνεύει.  Αυτός ο Νικήτας γνωρίζεται με την Αθαλία ως “Πελοπίδας”,  αλλά ο άντρας της και ο άλλοι την ενημερώνουν  για το ποιος είναι και ότι μπορεί να διατρέχει κίνδυνο.-----------------------------------