Ο Σωκράτης, κήρυκας και μάρτυρας
Του Δρ. Κυριάκου Π. Δεληγιάννη.
Πληροφορίες για το Σωκράτη παίρνουμε από τον Πλάτωνα, τον Ξενοφώντα και τον Αριστοφάνη. Αυτοί όμως είναι πολύ πιο νέοι από το Σωκράτη, ώστε με βεβαιότητα μόνο για την τελευταία εικοσιπενταετία της ζωής του μπορούν να μας πληροφορήσουν. Όσα μας γράφουν οι πρώτοι, το πιο πολύ από αγάπη και σεβασμό προς το δάσκαλό τους το κάνουν. Ο Πλάτων και ο Ξενοφών υπήρξαν μαθητές του Σωκράτη. Ο άλλος, ο Αριστοφάνης, ο περίφημος κωμωδιογράφος, όσα γράφει για το Σωκράτη, ακόμα και στη σκηνή που τον ανεβάζει με τις «Νεφέλες» του, το κάνει για να τον σατυρίσει.
Όσο μεγάλωνε ο Σωκράτης, έβλεπε με θαυμασμό τη μεγάλη πρόοδο και ανάπτυξη της πατρίδας του, της Αθήνας. Καμάρωνε το μεγαλείο και τη δόξα της και αισθανόταν περηφάνια. Λίγα χρόνια προτού γεννηθεί η Αθήνα και η Σπάρτη είχαν κατατροπώσει τους επίβουλους επιδρομείς Πέρσες. Ακόμα ζούσαν οι μεγάλοι ήρωες που οδήγησαν στη νίκη του Μαραθώνα, της Σαλαμίνας και των Πλαταιών. Υπάρχουν μαρτυρίες που βεβαιώνουν ότι υπήρξε φίλος του Αριστείδη. Φανταζόμαστε τί απήχηση είχαν τα γεγονότα αυτά στην ψυχή του νεαρού Σωκράτη και καταλαβαίνουμε γιατί ανέβαζε τόσο ψηλά την ιδέα της πατρίδας.
Είχε διαμορφώσει ένα θαυμάσιο χαρακτήρα. Ήταν προικισμένος με μια ρωμαλέα φυσική διάπλαση, τέτοια που την ήθελε η εποχή του η αθλητική. Σκληραγώγησε το κορμί του και το συνήθισε να ανέχεται τόσο τη ζέστη του καλοκαιριού, όσο και το κρύο του χειμώνα. Φορούσε ένα ελαφρό χιτώνα και περπατούσε ξυπόλητος. Περιφερόταν άλλοτε στην αγορά κι άλλοτε στο γυμναστήριο, κι έκανε παρέα τους νέους και τους ηλικιωμένους, συνήθεια που την κράτησε σ’ όλη του τη ζωή.
Με μια τέτοια ψυχική και σωματική δύναμη και αντοχή βρέθηκε οπλίτης σε πολλές εκστρατείες. Παντού διακρίθηκε. Στη μάχη μάλιστα της Ποτίδαιας (432-430 π.Χ.) έσωσε τον Αλκιβιάδη, ο οποίος στο «Συμπόσιο» του Πλάτωνα επαινεί την ανδρεία του φιλοσόφου μ’ αυτά τα λόγια: «Ήμουνα πληγωμένος και όμως δε θέλησε να με εγκαταλείψει, αλλά έσωσε και εμένα και τα όπλα μου. Και τότε εγώ, Σωκράτη, επέμενα να σου δώσουν εσένα οι στρατηγοί το βραβείο της ανδρείας και γι’ αυτό ασφαλώς δεν έχεις κανένα παράπονο εναντίον μου, ούτε θα πεις ότι λέω ψέματα. Αλλά επειδή οι στρατηγοί λάβαιναν υπόψει τους την κοινωνική μου θέση και ήθελαν να δώσουν σ’ εμένα το βραβείο, εσύ έγινες προθυμότερος από τους στρατηγούς, ώστε να το πάρω εγώ κι όχι εσύ. Ακόμη, φίλοι μου, άξιζε να βλέπατε το Σωκράτη, όταν ο στρατός μας άφησε, οπισθοχωρώντας, το Δήλιο. Έτυχε να βρεθώ εκεί ως ιππέας κι αυτός ήταν οπλίτης. Και ενώ οι στρατιώτες είχαν σκορπίσει, αυτός οπισθοχωρούσε μαζί με τον Λάχη. Τους συνάντησα τότε τυχαία, κι αφού τους είδα, τους έδωσα θάρρος και τους είπα πως θα σταθώ κοντά τους και δε θα τους εγκαταλείψω.
Κι εδώ μου δόθηκε καλύτερα η ευκαιρία από την Ποτίδαια να εξετάσω το Σωκράτη, γιατί ήμουν έφιππος και διέτρεχα λιγότερο κίνδυνο. Και πρώτα – πρώτα έβλεπα πόσο ήταν ανώτερος από το Λάχη με την ψυχραιμία που έδειχνε. Έπειτα μου φαινόταν, Αριστοφάνη, εκείνο που κι εσύ είπες, πως κι εκεί, όπως κι εδώ, περιφερόταν και κρατούσε ψηλά το κεφάλι κι έριχνε τα μάτια του παντού, προσέχοντας ατάραχα και προς τους φίλους και προς τους εχθρούς και έδειχνε καθαρά σ’ όλους κι από μακριά, ότι αν κανένας ήθελε να του επιτεθεί, θα υπερασπιζόταν πολύ γενναία τον εαυτό του».
Στη μάχη του Δηλίου προξενεί το γενικό θαυμασμό για το θάρρος και την αντοχή του στα χιόνια, αν και ήταν ελαφρά ντυμένος και κακά υποδημένος.
Ο Σωκράτης έζησε μέσα σε μια τρομερή φτώχεια, που μόνο ένας δούλος θα μπορούσε να την υποφέρει. Έζησε ζωή σκυλίσια, όπως θα λέγαμε σήμερα, από την οποία ποτέ δε μπόρεσε να απαλλαγεί. Δουλειά άλλη δεν έκανε, που κάτι να του αποφέρει. Αργόσχολος και χασομέρης γυρνούσε τις καθημερινές σε κάθε πολυσύχναστο μέρος και γωνιά, όπου μπορούσε να βρει ανθρώπους για να τους διδάξει κάτι – κι αλήθεια πολλούς έβρισκε, που έτρεχαν μόλις τον έβλεπαν, άλλοι από περιέργεια, άλλοι για ν’ απολαύσουν λίγες στιγμές κουβεντολόι με τον παράξενο τύπο, κι άλλοι γιατί ήταν βέβαιοι πως θα μάθαιναν κάτι από τον τόσο φτηνό δάσκαλο μα τόσο πλούσιο σε γνώσεις σοφό. Κι ούτε ποτέ σκέφτηκε να δεχτεί χρήματα από τους μαθητές του, όπως έκαναν άλλοι, οι σοφιστές. Κι όμως ο Αριστοφάνης τον παρουσιάζει σαν ένα τυφλό λάτρη του κέρδους και μ’ αυτή την κατηγορία, καθώς και με άλλες, τον οδηγούν οι κατήγοροί του στο δικαστήριο, όπου όμως θαυμάσια υπερασπίστηκε τη θέση του και με συγκινητικούς λόγους μίλησε στους δικαστές του κατά το τέλος της δίκης του. Ήταν δυνατό να κερδίζει χρήματα, να παίρνει δίδακτρα από τους μαθητές του και να είναι τόσο φτωχός;
«Κι αν κέρδιζα κάτι και έπαιρνα μισθό, για να δώσω αυτές τις συμβουλές μου, θα είχε βέβαια κάποια δικαιολογία η συμπεριφορά μου. Τώρα, όμως, βλέπετε κι εσείς, ότι, αν και οι κατήγοροί μου με κατηγόρησαν για όλα τα άλλα χωρίς ντροπή, αυτό δεν μπόρεσαν να το πουν σαν αποκορύφωση της αναισχυντίας τους, φέρνοντας ίσως και κάποιον μάρτυρα που θα κατέθετε πως εγώ κάποτε πήρα ή ζήτησα μισθό. Και νομίζω η φτώχειά μου είναι αρκετός μάρτυρας, πως λέω την αλήθεια».
Μ’ όλην αυτή την οικονομική κακομοιριά και τις στενοχώριες ο Σωκράτης παντρεύτηκε μια γυναίκα, την Ξανθίππη, ένα στριμμένο χαρακτήρα, που κατά τον Ξενοφώντα είναι «η πιο ανυπόφορη γυναίκα, που υπάρχει, που υπήρξε και που θα υπάρξει ποτέ». Τρεις γιούς απόχτησε μαζί της, όμως όλοι έμειναν μέσα στη μετριότητα χωρίς να κληρονομήσουν την παραμικρή σπίθα από το σπιθοβόλο πνεύμα του πατέρα τους.
Κρίνοντας κανείς το Σωκράτη από την εμφάνισή του, θα τον έπαιρνε για ασκητή που χαίρεται με την απονέκρωση της χαράς. Ωστόσο, όμως, αυτός ήταν ένας χαρακτήρας γεμάτος ενθουσιασμό, πρόσχαρος και με αρκετά οξύ χιούμορ.
Το σημαντικότερο γεγονός της ζωής του στάθηκε η καταδίκη κι ο θάνατός του το 399 π.Χ. Πριν όμως κάνουμε λόγο γι’ αυτό, ας ρίξουμε μια ματιά σ’ όλη την κατάσταση της Αθήνας και στα αίτια που οδήγησαν το Σωκράτη στο εδώλιο του κατηγορουμένου για ασέβεια προς τους θεούς και διαφθορά της νεολαίας.
(Συνεχίζεται)