Ιούνιος – Ιούλιος 2009 – 117η συνέχεια
Ο Νικήτας στο αυτοκίνητο απορροφημένος από σκέψεις για τα σχέδια που κάνει και τα προβλήματα που του δημιουργήθηκαν τελευταία, προσπέρασε το σπίτι χωρίς να το προσέξει. Ωχ, έκανε, έπρεπε να είχα στρίψει...
Η Αθαλία στην κουζίνα άνοιξε το φούρνο και έβγαλε το γλυκό που είχε ετοιμάσει. Θαυμάσιο, ψιθύρισε μέσα της. Αλλά... Έριξε μια ματιά στο μεγάλο ρολόι του τοίχου. Άργησε, σκέφτηκε. Δεν πρόλαβε όμως να το πει καιτην ίδια στιγμή το κουδούνι χτύπησε. Εκείνος είναι, είπε σιγά και του άνοιξε.
Ο Νικήτας, δηλαδή, για την Αθαλία, ο Πελοπίδας, ήταν όλο χαμόγελο, αγκάλιασε τρυφερά την κοπέλα και της έδωσε στα γρήγορα ένα φιλάκι στο στόμα πριν προλάβει εκείνη να αντιδράσει.
-Μμμ... έκανε η Αθαλία, στην ουσία όμως το δέχτηκε, χωρίς να προδώσει την ικανοποίησή της. Απλώς χαμογέλασε και τραβήχτηκε, όχι όμως απότομα.
Τον είχε συμπαθήσει τον Πελοπίδα από την πρώτη στιγμή, αλλά τώρα έπρεπε να είναι πολύ προσεκτική, ύστερα από τα όσα άκουσε, τα όσα είχαν συζητηθεί με τους άλλους. Είχα αναλάβει κάποιο ρόλο και έπρεπε να τον παίξει με επιτυχία – στο σχολείο ήταν πολύ καλή στο θέατρο και όλοι της έλεγαν πως έπρεπε να γίνει ηθοποιός...
Κάθισαν, για πρώτη φορά πλάι πλάι στον καναπέ.
-Λοιπόν, είπε αφού συνήλθε και προσπάθησε τώρα να συγκεντρωθεί, αυτό που έχεις τυλιγμένο είναι οι πίνακες που μου έλεγες;
-Ναι, ναι. Μόνο που τα καλύτερά μου έργα τα άφησα στο ατελιέ μου, στο σπίτι. Είναι μεγάλα και αποφεύγω να τα μεταφέρω. Για μένα έχουν μεγάλη αξία, είναι η ζωή μου, το είναι μου. Δεν εννοώ οικονομική αξία, με καταλαβαίνεις, πιστεύω!
-Βεβαίως, βεβαίως, πέταξε βιαστικά εκείνη που ανυπομονούσε να δει τις καλλιτεχνικές επιδόσεις ενός ανθρώπου που δεν μπορούσε να τον καταλάβει ακόμα.
Εκείνος ξετύλιγε τα χαρτιά ένα, ένα με μεγάλη προσοχή ξεσκεπάζοντας τα τρία έργα του.
-Σκέπτομαι πάντα, όπως σου είπα, να κάνω κάποτε μια έκθεση, πρόσθεσε. Δύσκολα όμως τα πράγματα.
Η Αθαλία τα κοίταζε ένα ένα με προσοχή, τα μελετούσε θα έλεγε κανείς, τα ξανακοίταζε σαν να τα εξέταζε για να τα βαθμολογήσει.
-Λοιπόν;... έκανε ο Πελοπίδας με φανερή αγωνία. Δεν περίμενε να βρει την Αθαλία σαν εμπειρογνώμονα, όπως του φαινόταν τώρα.
-Έχεις δει πολύ Καντίνσκι, μου φαίνεται, ή κάνω λάθος; Είπε τελικά η κοπέλα με το βλέμμα πάντα παίζοντας από τον ένα πίνακα στον άλλο.
Εκείνος βρέθηκε σε κάποια αμηχανία, έκπληξη, δεν το περίμενε... «Ε,...» έκανε σιγά και εκφράστηκε με μετρημένα τα λόγια του. «Ξέρεις, δεν είναι αντιγραφές!»
-Όχι, όχι, πετάχτηκε με ενθουσιασμό τώρα η Αθαλία. Δεν εννοούσα αυτό. Είναι καλά τα έργα σου. Πελοπίδα, έχεις ταλέντο. Μην το πάρεις πως εννοούσα ότι αντιγράφεις τον Καντίσκι. Αντιθέτως...
-Ω!... Ευχαριστώ. Σ’ ευχαριστώ πολύ.... Ξέρεις, δεν τα δείχνω σε άλλους γιατί δεν ξέρω πώς θα τα κρίνει κανείς. Όσο για τον Καντίνσκι, ναι. Όταν πήγαινα στα εργαστήρια καλών τεχνών για ένα διάστημα, κάναμε και μια εκδρομή στο Μόναχο, στη Γερμανία. Για μένα ήταν το κάτι άλλο. Λες και ο κόσμος τότε φανερώθηκε για πρώτη φορά, άνοιξε μπροστά μου την αληθινή του όψη!... Οι περισσότεροι επισκέφτηκαν μια φορά μόνο την έκθεση που πήγαμε να παρακολουθήσουμε, ενώ εγώ κάθε μέρα πήγαινα το πρωί και έφευγα αργά το απόγευμα.
Η Αθαλία τον κοίταζε με ένα γλυκό χαμόγελο όσο μιλούσε για ζωγραφική. Κοίτα τι άνθρωποι υπάρχουν στον κόσμο, γύρω μας, σκεφτόταν. Πρέπει να τους πλησιάσεις στενά για να γνωρίσεις τον εσωτερικό τους κόσμο.
Άρχισαν σοβαρή συζήτηση σε καλλιτεχνικά θέματα, κυρίως για ζωγραφική. Ο Πελοπίδας φαινόταν αγνώριστος, ένας άγνωστος, όσο προχωρούσε η συζήτηση.
-Πώς δεν ακολούθησες αυτό σαν επάγγελμα, με τέτοιο ταλέντο;...
Εκείνος έσκυψε το κεφάλι. Δε μιλούσε. Ύστερα γύρισε και την κοίταξε στα μάτια. Χαμογέλασε τρυφερά.
Η κοπέλα πρόσεξε τώρα πως δυο δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά του.
Της έπιασε το χέρι. «Είσαι ο πρώτος άνθρωπος, Αθαλία μου, είσαι ο άνθρωπος που συναντώ για πρώτη φορά με τέτοια ευαισθησία και αισθήματα. Είσαι η πρώτη γυναίκα που μου μίλησε έτσι... Σ’ ευχαριστώ.»
Εκείνη έσκυψε και τον φίλησε απαλά στο μάγουλο.
-Με ρώτησες, πώς και δεν πήγα να γίνω ζωγράφος... Αν σου πω το δράμα που έχω περάσει στα νεανικά μου χρόνια, δεν θα με πιστέψεις. Αν σου πω πως με κουβάλησαν στο νοσοκομείο και μου ξανάδωσαν τη ζωή που πήγα να αφαιρέσω απ’ τον εαυτό μου, τι θα πεις;...
Η Αθαλία δεν άντεξε, δάκρυσε.
Έμειναν αμίλητοι μερικές στιγμές κρατώντας τα χέρια τους ενωμένα. Δεν έβγαζαν λέξη.
Στο τέλος μίλησε η Αθαλία, μια λέξη μόνο βγήκε βραχνή απ’ το στόμα της: Γιατί;... Γιατί;... Γιατί, Νικήτα;
Εκείνος ακούγοντας το «Νικήτα» τράβηξε τα χέρια του μέσα απ’ τα δικά της και την κοίταξε παράξενα.
-Ώστε ξέρεις; Ξέρεις ότι κρύβομαι απ’ τον κόσμο δίνοντας ψεύτικα ονόματα...
Εκείνη του έπιασε το χέρι πάλι και το τράβηξε κοντά της.
-Αυτά τα λίγα λόγια που μου είπες ξεδιπλώνουν μιαν ολόκληρη ζωή, μια πονεμένη ζωή. Γιατί;...
Ήμουν ένα φτωχόπαιδο, Αθαλία. Και με ερωτεύτηκε, έτσι τουλάχιστον μου έλεγε, μια κοπέλα πλούσια, συμμαθήτριά μου. Κ’ εγώ ο χαζός... έπεσα εύκολα, την πίστεψα. Μου έλεγε γλυκόλογα για να με τραβήξει κοντά της, αλλά εγώ έβλεπα πως δεν μπορούσα να έχω μέλλον μαζί της. Κάποτε θα με παρατούσε και θα πληγωνόμουνα πολύ, το έβλεπα... Δε μ’ άφηνε να περάσω από το δρόμο του σπιτιού της. Όταν πλησιάζαμε προς τα εκεί μου έλεγε «Άντε, δίνε του τώρα μη σε δει κανείς! Εδώ είναι άλλος κόσμος...» το έλεγε αυτό με κάποια ειρωνεία.
Ήθελε να περνάει μαζί μου τον καιρό της, γιατί της έδινα αυτό που ζητούσε, ό,τι της έλειπε από τον «άλλο κόσμο» που δεν τολμούσε και δεν ήθελε να το ζητήσει από τους νέους του κύκλου της, κάτι βουτυρόπαιδα από μεγάλα σαλόνια. Αρπαζόμασταν κάθε φορά γι’ αυτό το θέμα αλλά μου έλεγε να μην ανησυχώ. Ήταν άνθρωποι του κοινωνικού της κύκλου που εγώ δεν επρόκειτο να καταλάβω!... Όταν είδα καθαρά, μόλις τελειώσαμε το σχολείο, ότι εκείνη είχε κάνα δυο άλλους που γλειφότανε μαζί τους και άρχισε να με βγάζει όλο και πιο έξω στο περιθώριο, πληγώθηκα πάρα πολύ.
Ακολούθησε το περιστατικό που με κουβάλησαν στο νοσοκομείο. Όλοι οι φίλοι μου, συμμαθητές και συμμαθήτριες έτρεξαν να με δουν εκτός από εκείνην. Μου είχε κάνει πια το κακό. Αγιάτρευτο κακό!
Είχε πότε τον ένα, πότε τον άλλο, της υψηλής τάξης.
Η χαριστική βολή ήταν όταν με είδε στο ζαχαροπλαστείο μια μέρα, μόλις είχα βγει από το νοσοκομείο. Ήταν με παρέα, με κάποιον, και γύρισε και με κοίταξε. Μου είπε, αδιάφορα: «Καλά φαίνεσαι. Άκουσα πως είχες αδιαθετήσει...»
Κατάλαβες τώρα, Αθαλία; ... είπε μαζεύοντας τους τρεις πίνακες για να φύγει.
Εκείνη τον αγκάλιασε σφιχτά. Έμειναν έτσι, κολλημένοι, βουβοί. Ύστερα έκανε λίγο πίσω το κεφάλι της, χωρίς να βγει από τη ζεστασιά της αγκαλιάς του, έτσι που βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο, μάτια με μάτια και... «Νικήτα, έχομε πολλά κοινά εμείς οι δυο!» είπε ψιθυρίζοντας αργά κάθε λέξη. «Και.. δε μου λες; Μήπως ξέρεις και από μουσική;»
Εκείνος χαμογέλασε πριν απαντήσει. «Ίσως όχι, όπως το εννοούν οι μουσικοί. Θέλω να πω, αν παίζω ένα μουσικό όργανο καλά, όχι. Μια φορά όμως, στο κέντρο καλών τεχνών, ανακάλυψα σε μια γωνιά πως υπήρχε και ένα πιάνο. Μια μέρα που δεν ήταν κανείς σε κείνο το δωμάτιο κάθισα και άπλωσα τα δάχτυλά μου δειλά, δειλά στα πλήκτρα. Άρχισα να παίζω ένα παιδικό τραγούδι. Δεν ξέρω πώς έγινε αυτό!...»
Άλλη μεγάλη, πραγματικά μεγάλη έκπληξη αυτή για την Αθαλία. «...Δεν ξέρω πώς έγινε αυτό!...» είχε πει εκείνος αλλά η Αθαλία ήξερε καλά: είχε ένα κρυμμένο μουσικό ταλέντο μέσα του, όπως συμβαίνει με πολλούς που ποτέ δεν το ανακαλύπτουν.
-Θα ήθελα να δω τα άλλα έργα σου, τους μεγάλους πίνακες που μου είπες, του είπε δίνοντας του ένα φιλί.
Εκείνος δίστασε για λίγο. Την κοίταξε. Διάβασε μιαν ειλικρινή παράκληση στο πρόσωπό της.
-Αλήθεια το λες;
-Ναι.
-Έχεις χρόνο τώρα;
-Όσο θέλεις.
Κοιταζόντουσαν στα μάτια ανταλλάσσοντας σκέψεις γεμάτες ποιος ξέρει τι.
-Θέλεις να ’ρθεις τώρα; Θα σε πάρω εγώ, για να τα λέμε και στ’ αυτοκίνητο, και θα σε φέρω πίσω.
-Φύγαμε, είπε εκείνη γεμάτη ενθουσιασμό.