[]
[]
[Web Creator] [LMSOFT]
βάρεμα το, χτύπημα· μεσν. βάρεμα < μεταγν. βάρ-ημα< βαρύ.
βαρεμός ο, ανία· από το ρ. βαριέμαι.
βαρετός επίθ. μεσν. βαρε-τός < βαρύνω.
βαρθαλαμίδι το, διαμέρισμα κιβωτίου· παραθαλαμίδι.
βαριά η, σφυρί του σιδερά· βαρέα < αρχ. βαρεία, θηλ. του επιθ. βαρύς.
βαρίδι το, υποκορ. του βάρος με την κατάλ. –ίδι. (πβ. μεταγν. βαρύδιον).
βαριέμαι μεσν. βαριέμαι μεσν. του βαρώ.
βαριεστώ από το βαζγεστίζω με επίδραση του βαριέμαι.
βαριετέ το, θέατρο ποικιλιών· γαλλ. variete.
βαρικός επίθ., υγρός, βαλτώδης (βαρικό χω-ράφι)· από το επίθ. βαρύς +κατάλ. -ικός.
βαριούμαι μεσν. βαριούμαι < αρχ. βαρού-μαι. Πβ. βαριέμαι.
βάρκα η, μεσν. βάρκα < λατιν. barca < bar- ica< ελλ. βάρις.
βαρκάδα η, βενετ. barcada.
βαρκαδιάτικα τα, ναύλος της βάρκας· από το βαρκαρ-ιάτικα (=αμοιβή του βαρκάρη).
βαρκαρόλα η, βενετ. barca – rola.
βαρκάρω ή μπαρκάρω, επιβιβάζομαι· ιταλ. im-barcare.
βαρόμετρο το, λόγ., γαλλ. baro-metre < ελλην. βάρος +μέτρον.
βαρούλκο το, μεταγν. βαρουλκός < βαρυ-ολκός, αρχ. ολκός < έλκω.
βαρύτητα η, λόγ. αρχ. βαρύ-της.
βαρώνος ο, γαλλ. baron < λατιν. baro, -onis <  αρχ.  γερμ. bar (=ελεύθερος).
βασάλτης ο, είδος πέτρας· λόγ., λατιν.  ba-saltes.
βασίλεμα το, μεταγν. βασίλεμα < βασίλευ-μα, βασιλεύω· ή «δύνω» για τον ήλιο, από τον αόρ. βασίλεψε ο ήλιος (=έφτασε πια στο μεσούρανο και άρχισε να γέρνει), δε βασιλεύει πια, πλησιάζει στη δύση του, από παλαιότερη σημ. του βασιλεύω = αυξάνω, προοδεύω, επειδή ο ήλιος δύνοντας παίρνει δύναμη για να ανατείλει πάλι.
βασιλική η, λόγ., είδος ναού με κιονοστοι-χίες· μεταγν. βασιλική (στοά).
βάσιμος επίθ., λόγ. αρχ. βάσι-μος < βάσις.
βακέτα η, βοδινό δέρμα· ιταλ. vach-etta (=δαμάλι), υποκορ. του vacca (=αγελάδα).
βάκιλλος ο, μικρόβιο· λόγ. λατιν. bacillus ( = βεργίτσα).
βακούφι το, τουρκ. vakif.
βακτηρίδιο το, λόγ. μεταγν. βακτηρίδιον, υποκορ. του βακτήριον < αρχ. βακτηρία η.
βαλάνι το, μεσν. βαλάντιν < αρχ. βαλάν-ιον, υποκορ. του βάλανος.
βαλανίδι το, μεταγν. βαλαν-ίδιον, υποκορ. του αρχ. βάλανος.
βαλανιδιά η, από το βαλανίδι +κατάλ. –ιά.
βαλάντιο το, λόγ. αρχ. βαλάντιον = πορτοφόλι.
βαλαντώνω=στενοχωρώ· ίσως από το αρχ. βαλάντιον +κατάλ. –ώνω.
βαλβίδα η, λόγ. αρχ. βαλβίς.
βαλίτσα η, γαλλ. valise.
Βαλκάνια τα, τουρκ. Balkan (=ψηλή και δασώδης οροσειρά).
βάλσιμο το, μεσν. βάλ-σιμο, από το ρ. βάλλω +κατάλ. –σιμο.
βαλτός επίθ. από το αρχ. ρ. βάλλ-ομαι.
βάλτος ο, μεσν. βάλτος –βάλτον < σλάβ. blato (G. Meyer, N.S. 2, 64).
βαλτώνω από το βάλτος +κατάλ. –ώνω.
βαμβακερός επίθ. μεσν. βαμπακ-ερός.
βαμβάκι το, μεσν. βαμβάκιν < βαμβάκιον, υποκορ. του μεσν. βάμβαξ.
βάναυσος επίθ., λόγ. αρχ. (βάναυσος (= σιδηρουργός)< βαύν- ασος < βαύνος (= κλίβανος).
βανδαλισμός ο, καταστροφή έργων τέχνης· λόγ., γαλλ. vandali –isme,  απ’ το όνομα γερμανικού λαού, των Βανδάλων.
βάραθρο το, λόγ., αρχ. βάραθρον.
βαρβαρισμός ο, λόγ., αρχ. βαρβαρισμός < βαρβαρ-ίζω.
βαρβάτος επίθ. αρχ. βάρβαρος.
βαργεστίζω ή βαζγεστίζω αποκάμνω· από το τουρκ. vazgestim , αόρ. του vaz-geçmek.
βαργομώ και –ίζω ή βαρυγγωμώ, δυσφορώ, παραπονούμαι· βαρυγνωμώ < βαρύ-γνωμος.
βάρδια η, βενετ. vardia, αρχ. γερμ. warda.
βάρδος ο, ιταλ. bardo, κελτ. αρχής.
βαρεία η, ο τόνος· λόγ., αρχ., βαρεία, θηλ. του επιθ. βαρύς.
    Ετυμολογία Λέξεων   Δρ Κυριάκου Π. Δεληγιάννη     Σελ.4  
     Θα συνεχιστεί σύντομα