βακέτα η, βοδινό δέρμα· ιταλ. vach-etta (=δαμάλι), υποκορ. του vacca (=αγελάδα).
βάκιλλος ο, μικρόβιο· λόγ. λατιν. bacillus ( = βεργίτσα).
βακούφι το, τουρκ. vakif.
βακτηρίδιο το, λόγ. μεταγν. βακτηρίδιον, υποκορ. του βακτήριον < αρχ. βακτηρία η.
βαλάνι το, μεσν. βαλάντιν < αρχ. βαλάν-ιον, υποκορ. του βάλανος.
βαλανίδι το, μεταγν. βαλαν-ίδιον, υποκορ. του αρχ. βάλανος.
βαλανιδιά η, από το βαλανίδι +κατάλ. –ιά.
βαλάντιο το, λόγ. αρχ. βαλάντιον = πορτοφόλι.
βαλαντώνω=στενοχωρώ· ίσως από το αρχ. βαλάντιον +κατάλ. –ώνω.
βαλβίδα η, λόγ. αρχ. βαλβίς.
βαλίτσα η, γαλλ. valise.
Βαλκάνια τα, τουρκ. Balkan (=ψηλή και δασώδης οροσειρά).
βάλσιμο το, μεσν. βάλ-σιμο, από το ρ. βάλλω +κατάλ. –σιμο.
βαλτός επίθ. από το αρχ. ρ. βάλλ-ομαι.
βάλτος ο, μεσν. βάλτος –βάλτον < σλάβ. blato (G. Meyer, N.S. 2, 64).
βαλτώνω από το βάλτος +κατάλ. –ώνω.
βαμβακερός επίθ. μεσν. βαμπακ-ερός.
βαμβάκι το, μεσν. βαμβάκιν < βαμβάκιον, υποκορ. του μεσν. βάμβαξ.
βάναυσος επίθ., λόγ. αρχ. (βάναυσος (= σιδηρουργός)< βαύν- ασος < βαύνος (= κλίβανος).
βανδαλισμός ο, καταστροφή έργων τέχνης· λόγ., γαλλ. vandali –isme, απ’ το όνομα γερμανικού λαού, των Βανδάλων.
βάραθρο το, λόγ., αρχ. βάραθρον.
βαρβαρισμός ο, λόγ., αρχ. βαρβαρισμός < βαρβαρ-ίζω.
βαρβάτος επίθ. αρχ. βάρβαρος.
βαργεστίζω ή βαζγεστίζω αποκάμνω· από το τουρκ. vazgestim , αόρ. του vaz-geçmek.
βαργομώ και –ίζω ή βαρυγγωμώ, δυσφορώ, παραπονούμαι· βαρυγνωμώ < βαρύ-γνωμος.
βάρδια η, βενετ. vardia, αρχ. γερμ. warda.
βάρδος ο, ιταλ. bardo, κελτ. αρχής.
βαρεία η, ο τόνος· λόγ., αρχ., βαρεία, θηλ. του επιθ. βαρύς.