αχθοφόρος ο, λόγ., αρχ. αχθο-φόρος< άχθος (=βάρος).
άχνα η, πνοή< ρ. αχνίζω = χλομιάζω, αρχ. ατμίζω.
αχνάρι το <χνάρι, μεσν. χνάριν<*ιχνάριον, υποκορ. του αρχ. ίχνος,
αχνός ο, ατμός, επίθ. χλομός.
αχνο- ά συνθετ. ουσ.: αχνόφωτο, αχνό-λευκος, αχνό-ξανθος, αχνο-γελώ, αχνο-φέγγω (από το αχνός, ουσ. ατμός > ατμός> αθνός> αχνός.
αχός ο< ρ. αχώ < ηχώ.
αψέντι το, είδος ποτού· γαλλ. absinthe < λατιν. absinthium < μεταγν. ελλην. αψίνθιον, υποκορ. του αρχ. άψινθος.
αψιθιά η, είδος φυτού· μεταγν. αψινθία< άψινθος.
αψίς (ή αψύς) επίθ. ορμητικός, δριμύς. Αποκόπηκε από αρχ. σύνθετα: αψί-χολος, αψί-θυμος, κατά το σχήμα: οξύ-θυμος-οξύς.
άψογος επιθ. λόγ., αρχ. ά-ψογος < ψέγω.
βαβά το, πληγή, στην παιδική γλώσσα· λέξη πλαστή.
βαβίζω, γαυγίζω, μεσν. βαβίζω, από το βαβ (φωνή του σκύλου).
βαβούρα η, οχλοβοή· μεσν. βαβούρα, λέξη ηχομιμητική.
βαγαπόντης ο, ιταλ. vagapondo, απατεώνας.
βαγγέλιο το, μεσν. βαγγέλιον < αρχ. ευαγγέ-λιον (= καλή αγγελία).
βαγένι το, βαρέλι· μεσν. βαγένιον-βαγοίνιον < ίσως σλαβ. bagan (G. Meyer, N.S. 2.15).
βαγόνι το, ιταλ. vagone < αγγλ. wagon.
βαζγεστίζω = αποκάμνω· από το τουρκ. vazgestim, αόρ. του vaz –geçmek.
βαθμηδόν επίρρ. λόγ., μεταγν. βαθμ-ηδόν.
βαθμιαίος επίθ. λόγ. νεότ. βαθμ-ιαίος.
βαθμίδα η, λόγ. αρχ. βαθμίς.
βαθμολογία η, λόγ. νεότ. βαθμο-λογία.
βαθουλός επίθ., μεσν. βαθουλός, από το βα-θύς + κατάλ.-ουλός.
βαθούλωμα το, από το ρ. βαθουλώνω < βαθ-ουλός.
βαθουλώνω από το επίθ. βαθ-ουλός.
βάθρακας ο, αρχ. βάθρακος < βάτραχος.
βαθρακός ο, μεσν. βαθρακός < αρχ. βάθρακος < βάτραχος (Γ. Χατζιδάκη στην Αθηνά 26 Λ Α 48 κεξ.).
βάθρο το, λόγ. αρχ. βά-θρον < βαίνω.