[build your own website] [easy website builder software] [Home]

Βαβυλωνία


Πολλοί, την κωμωδία σου αγάπησαν, Βυζάντιε.

Πέρασαν χρόνια εκατόν εξήντα οχτώ · και όμως, 

Η ευθυμία που προκάλεσε, δεν έσβησε, γιατί

Εκείνα που σατίρισες κάρπισαν και πληθύνανε.

Μα τότες ήτανε της γλώσσας το μαράγκιασμα,

Που της σκλαβιάς, το ξέβρασε, η στέγνα.

Τώρα, υπέρμαχε Δημήτρη, σεβαστέ,

Η ίδια αποκήρυξη προσφέρεται αυτόθελα,

Κι όχι μόνο σε θέατρα, σε ρούγες και σαλόνια,

Μα και σε πολυτίμητα χαρτιά!...

Αιτία, η μανία π’ απαιτεί

Έννοιες, π’ αιώνια το λόγο εμψυχώνανε,

Της αλλαγής, τώρα, να τέρπουν, τη γαστέρα,

Φόνισσα κάποιοι που τη λεν, κι άλλοι, μητέρα

Κάποιου δεινού συμβολισμού ·

Ευφημισμού,

Τον κοπετό που μασκαρεύει.

Γι’ αυτό μη με κακίζεις, π’ απ’ το ρέμα της,

Τ’ ακάτιού μου, παραδέρνεται, η πλεύση,

Κι ας έχει πλοηγό και συμβουλάτορα,

Το «μηδέν άγαν», το φιλάγρυπνο!


30/1/2004  




Βαβυλωνία


Πολλοί, την κωμωδία σου αγάπησαν, Βυζάντιε.

Πέρασαν χρόνια εκατόν εξήντα οχτώ · και όμως, 

Η ευθυμία που προκάλεσε, δεν έσβησε, γιατί

Εκείνα που σατίρισες κάρπισαν και πληθύνανε.

Μα τότες ήτανε της γλώσσας το μαράγκιασμα,

Που της σκλαβιάς, το ξέβρασε, η στέγνα.

Τώρα, υπέρμαχε Δημήτρη, σεβαστέ,

Η ίδια αποκήρυξη προσφέρεται αυτόθελα,

Κι όχι μόνο σε θέατρα, σε ρούγες και σαλόνια,

Μα και σε πολυτίμητα χαρτιά!...

Αιτία, η μανία π’ απαιτεί

Έννοιες, π’ αιώνια το λόγο εμψυχώνανε,

Της αλλαγής, τώρα, να τέρπουν, τη γαστέρα,

Φόνισσα κάποιοι που τη λεν, κι άλλοι, μητέρα

Κάποιου δεινού συμβολισμού ·

Ευφημισμού,

Τον κοπετό που μασκαρεύει.

Γι’ αυτό μη με κακίζεις, π’ απ’ το ρέμα της,

Τ’ ακάτιού μου, παραδέρνεται, η πλεύση,

Κι ας έχει πλοηγό και συμβουλάτορα,

Το «μηδέν άγαν», το φιλάγρυπνο!


30/1/2004  




Αποκορύφωμα


Είν’ άνθρωπος μ’ οξύτατο το πνεύμα,

Και πλούσιος σε πείρα και σε γνώση·

Έτσι –τουλάχιστον– ο ίδιος ισχυρίζεται· 

Κι ο κομπασμός, μ’ ευχέρεια μεγίστη,

Το στόμα του αδιάκοπα χειρίζεται.

Κι είναι, ακόμη,   

Και στην τέχνη, και στη γλώσσα και στη ρώμη,

Ο «Καλύτερος»· 

Κι ας μην ξεχνάμε πως, κι εκείνος, ο... πολύς

–Π’ αποτελειώθηκε εδώ και τόσα χρόνια–

Στων οπαδών του κάποιο νταραβέρι,

(Τι κι αν απίθανο; Ναι!) Του ’σφιξε το χέρι!


Τι μεγαλείο! Τι τιμή! Τι χαρμοσύνη!

Τι επικύρωση, τι αίνος και τι ... χάρη!

Ας είναι· θα ’χει ο φτωχός για κατευόδιο του,

Κάτι βαρύτιμο, στον τάφο του να πάρει!


11/3/2004 





Τ’ Όστρακο


Είπες ότι δικοί σ’ εξοστρακίσανε.

Τώρα, η ξενιτιά,

Το προδομένο αίσθημά σου, που στη φόρτωσε,

Κοιτίδα της μιζέριας σου κατάντησε,

Παρερμηνείες να σκαρώνει, που γνωρίζει,

Και βραχνά, π’ αϋπνίες βασανίζει.


Δόλιε,  

Μονάχος σου τη δίκη σου σκαρφίστηκες.

Συ, ο κατήγορος σου και συνήγορος,

Και συ, ο δικαστής κι εκτελεστής σου.

Και τ’ όστρακο, στην εξορία που σε πέταξε,

Την καταδίκη του χεριού σου μαρτυράει.

Για ποια ν επιβουλή παραληρείς;

Δεν βλέπεις,

Μιας συμπαιγνίας, ανυπόστατης, το ρύπος,

Να καθαρίσεις, πως φορτώθηκες,

Και πως αλόγιστα, λοιπόν, σκιαμαχείς;


11/8/2003

 

     Γηθοσύνη


Τρεις γενεές

–Γονιοί, απόγονοι, παππούλης–

Την παιχνιδιάρα θάλασσα ποθήσανε, 

Και για τις πρόσφορες χαρές της, ξεκινήσανε.

 

Σαν έφτασαν,

Σε βάρκα καλοθάλασση, που πρόσμενε,

Τα δυο παιδιά κι η μάνα τους, βολεύτηκαν,

Μα  τον θλιμμένο μαρασμό,

Ο πρωτογέννητος βλαστός του, τον σηκώνει,

Και στη βαρκούλα, στοργικά τον απιθώνει.

 

Μεγάλη η στιγμή και για τους δυο.

Θυμάται ο πρεσβύτερος, το γιο,

Μωρό, τότες, εκείνος που τον σήκωνε.

Απ’ αναγάλλια η καρδιά του πεταρίζει,

Κι η μπόρεσή του δεν κρατιέται, και δακρύζει.

Τότε το ξέχειλο καμάρι του γονιού,

Για το μοιραίο, που ’ξερε, φευγιό,

Το κοντινό,

Τ’ ανήμπορου κι ανύποπτου πατέρα,

Έκανε, τάχα, πως δεν πρόσεξε·

Όμως,

Μια φευγαλέα, τοσοδούλα γηθοσύνη,

Του χαμογέλασε κρυφά, μ’ ευγνωμοσύνη!


9/11/2003


ΓΙΑΝΝΗΣ ΘΟΛΟΪΝΟΣ


ΠΟΙΗΜΑΤΑ