ασφυξία η, λόγ., μεταγν. α-σφυξία < α-στερητ. +σφύξις ( =σφυγμός).
άτεχτος < ;άτεγκτος: αμάλακτος, άκαμπτος, αμεταχείριστος.
ατζαμής ο: αρχάριος, αδέξιος, τουρκ. acemi.
ατημέλητος επίθ. λόγ., από το αρχ. ρ. ατη-μελώ< ατημελής.
ατίθασος επίθ., λόγ. άγριος· αρχ. α-τίθασος < τιθασός (=ήμερος).
ατμόπλοιο το< ατμός +πλοίο.
ατμόσφαιρα η, γαλλ. atmο- sphere < ελλην. ατμός +σφαίρα.
άτοκος επίθ. λόγ. αρχ. ά-τοκος.
άτολμος επίθ. λόγ., αρχ. ά-τολμος.
ατονία, λόγ. αρχ. ατον-ία < ά-τονος.
ατόφυος επίθ. γνήσιος· μεσν. αυτόφυος < αρχ. αυτο-φυής.
ατρύγητος επίθ. από το α-στερητ. +τρυγητός <τρυγώ, διαφορετικό από το αρχ. ατρύγετος.
άτσαλος επίθ. μεσν. άτσαλος < ίσως αρχ. ατάσθαλος.
ατσίδα η , αρχ. ικτίς (πβ. γαλακτίδα > γαλατσίδα.
αυθάδης ο, λόγ., αρχ. αυθ-άδης ( =που αρέ-σει στον εαυτό του).
αυθάδεια, η λόγ. αρχ. αυθάδεια < αυθ-άδης.
αυθαιρεσία η, λόγ., νεότ. αυθαιρεσία < αυθαίρετος.
αυθημερόν επίρρ. λόγ., αρχ. αυθημερόν < αυθ-ήμερος.
αυθόρμητος επίθ. λόγ., αρχ. αυθ-όρμητος < αυτός +ορμώ.
αύτανδρος επιθ. λόγ., μεταγν. αύτ-ανδρος.
αυτάρκης επίθ. λόγ., αυτ-άρκης.
αυτόγραφο το, λόγ., ουδ. του μεταγν. επιθ. αυτό-γραφος.
αυτοκτονία η, αυτοκτόνος (< αυτός + κτείνω = φονεύω).
αυτομολώ λόγ., αρχ., αυτομολώ (=πάω μόνος μου) < αυτόμολος.
αυτονομία η, λόγ., αρχ. αυτονομ-ία < αυτό-νομος.
αυτοπαθής επίθ. λόγ., μεταγν. αυτο-παθής.
αυτοσχέδιος, επίθ. λόγ., αρχ. αυτο-σχέδιος.
αυτοτελής επίθ. λόγ., αρχ. αυτο-τελής ( = αυτοφορολογούμενος).
αυτουργός ο, λόγ., αρχ. αυτ-ουργός.
αυτούσιος επίθ. λόγ., αρχ. αυτ-ούσιος.