[]
[]
[]
[Web Creator] [LMSOFT]
    Ετυμολογία Λέξεων   Δρ Κυριάκου Π. Δεληγιάννη     Σελ.2  
     Θα συνεχιστεί σύντομα
ασφυξία η, λόγ., μεταγν. α-σφυξία < α-στερητ. +σφύξις ( =σφυγμός).
άτεχτος < ;άτεγκτος: αμάλακτος, άκαμπτος, αμεταχείριστος.
ατζαμής ο: αρχάριος, αδέξιος, τουρκ. acemi.
ατημέλητος επίθ. λόγ., από το αρχ. ρ. ατη-μελώ< ατημελής.
ατίθασος επίθ., λόγ. άγριος· αρχ. α-τίθασος < τιθασός (=ήμερος).
ατμόπλοιο το< ατμός +πλοίο.
ατμόσφαιρα η, γαλλ. atmο- sphere < ελλην. ατμός +σφαίρα.
άτοκος επίθ. λόγ. αρχ. ά-τοκος.
άτολμος επίθ. λόγ., αρχ. ά-τολμος.
ατονία, λόγ. αρχ. ατον-ία < ά-τονος.
ατόφυος επίθ. γνήσιος· μεσν. αυτόφυος < αρχ. αυτο-φυής.
ατρύγητος επίθ. από το α-στερητ. +τρυγητός <τρυγώ, διαφορετικό από το αρχ. ατρύγετος.
άτσαλος επίθ. μεσν. άτσαλος < ίσως αρχ. ατάσθαλος.
ατσίδα η , αρχ. ικτίς (πβ. γαλακτίδα > γαλατσίδα.
αυθάδης ο, λόγ., αρχ. αυθ-άδης ( =που αρέ-σει στον εαυτό του).
αυθάδεια, η λόγ. αρχ. αυθάδεια < αυθ-άδης.
αυθαιρεσία η, λόγ., νεότ. αυθαιρεσία < αυθαίρετος.
αυθημερόν επίρρ. λόγ., αρχ. αυθημερόν < αυθ-ήμερος.
αυθόρμητος επίθ. λόγ., αρχ. αυθ-όρμητος < αυτός +ορμώ.
αύτανδρος επιθ. λόγ., μεταγν. αύτ-ανδρος.
αυτάρκης επίθ. λόγ., αυτ-άρκης.
αυτόγραφο το, λόγ., ουδ. του μεταγν. επιθ. αυτό-γραφος.
αυτοκτονία η, αυτοκτόνος (< αυτός + κτείνω = φονεύω).
αυτομολώ λόγ., αρχ., αυτομολώ (=πάω μόνος μου) < αυτόμολος.
αυτονομία η, λόγ., αρχ. αυτονομ-ία < αυτό-νομος.
αυτοπαθής επίθ. λόγ., μεταγν. αυτο-παθής.
αυτοσχέδιος, επίθ. λόγ., αρχ. αυτο-σχέδιος.
αυτοτελής επίθ. λόγ., αρχ. αυτο-τελής ( = αυτοφορολογούμενος).
αυτουργός ο, λόγ., αρχ. αυτ-ουργός.
αυτούσιος επίθ. λόγ., αρχ. αυτ-ούσιος.
αρχιμηνιά η, μεταγν. αρχιμην-ία, μεσν. αρχί-μηνος + κατάλ. –ιά.
αρχιπέλαγος το, λόγ. νεότ. αρχι-πέλαγος.
αρχιτέκτονας ο, λόγ. αρχ. αρχι-τέκτων.
αρχοντικό το, μεγάλο σπίτι.
αρωγός ο, λόγ. αρωγός < αρήγω (= βοηθώ).
ασάφεια η, λόγ. αρχ. ασάφεια < α-σαφής.
ασίτευτος επίθ. από τα α- στερητ. + σιτευ-τός < σιτ-εύω.
ασιτία η, λόγ. αρχ. ασιτ-ία <  ά-σιτος.
ασκεπής επίθ. λόγ. μεταγν. α-σκεπής.
ασκημιά η, μεσν. ασκημία < αρχ. ασχημ- ία <ά-σχημος.
ασκομαχώ:  λαχανιάζω, ασθμαίνω· ασκ-ώνω +κατάλ. –μαχώ.
άσμα το, 1) λόγ. αρχ. άσ-μα < άδω. 2) άσθμα· μεσν. άσμα < αρχ. άσθμα..
άσπαρτος επίθ. αρχ. ά-σπαρτος ( που δε σπάρθηκε).
άσπονδος επίθ. αρχ. ά-σπονδος < α-στερητ. + σπονδή ( είδος ιεροτελεστίας).
ασταθής επίθ. λόγ., αρχ. α-σταθής.
αστακός, ο, αρχ. αστακός < οστ-ακός <οστούν.
αστάρι, το εσώντυμα· τουρκ. astar < ίσως ελλην. ιστάριον.
άστεγος επίθ. λόγ. μεταγν. ά-στεγος.
αστείος επίθ. λόγ. αρχ. αστείος ( =πολιτι-σμένος)< άστυ (=πόλη).
αστόχαστος επί. μεταγν. α-στόχαστος ( που δε στοχάζεται, που δε σκέφτεται).
αστράχα η, υδρορρόη της στέγης· αστράκα < αρχ. όστρακον < ίσως σλαβ. streha.
αστρίτης ο, είδος φιδιού με στίγματα· από το άστρο +κατάλ. -ίτης.
αστροπελέκι το, μεσν. αστροπελέκιν < αστραποπελέκι ( απλολογία).
ασύδοτος επίθ. α-σύν-δοτος (=εκείνος που δεν εισφέρει).
άσυλο το, λόγ. άσυλον ( = τόπος που δε συ-λείται), ουδ. του επιθ. ά-συλος.
ασυνάρτητος επίθ. λόγ. μεταγν. α-συνάρ-τητος (=που δεν έχει συνάρτηση).
ασυνειδησία η, λόγ., μεσν. ασυνειδησία < α-στερητ. +συνείδησις.
ασυνταξία η, λόγ. μεταγν. α-συνταξία.
ασύχαστος, επίθ. α-στερητ.+ησυχάζω.
ασυχώρετος, μεταγν. α-συγχώρητος.
άσφαλτος η, λόγ. αρχ. ους. άσφαλτος < επίθ. ά-σφαλτος..