Ετυμολογία Λέξεων
Δρ. Κυριάκου Π. Δεληγιάννη
-άρες –μάρες οι, ασυναρτησίες, από το αρά +μάρα (=μαρασμός).
αρεοπαγίτης ο, λόγ., αρχ., Αρεοπαγίτης.
αρεστός επίθ., λόγ., αρχ.,αρεσ-τός< αρέσκω.
αρέσω, μεσν., αρέσω < αρχ. αρέσκω.
-άρης, κατάλ,.ουσ. επιθ.: Αωνάρης, γιδ-άρης, κουρελι-άρης ,λυρ-άρης , πεισματ-άρης, περι βολ-άρης, πενηντ-άτης, ογδοντ -άρης, σκου πιδι-άρης κ. τ. ό. μεσν. –άρις <-άριος < λατιν . arius (βλ. Γ. Χατζιδ. ΜΝΕ 1, 421).
αρθρίτιδα η, λογ., μεταγν. αρθρ-ίτις<άρ- θρον.
άρθρωση η,λογ.,μετγν., άρθρω–σις< αρθρώ.
-άρι(1) κατάλ. ουσ. : βλαστ - άρι, ζευγ-άρι, δοκ-άρι, λυχν-άρι, ψ-άρι κ.τ.ό., αρχ. κατάλ. –άριον, που προήλθε από υποκορ. ουσ. με θέμα σε –αρ-, καθώς εσχάρα > εσχάρ-ιον, κύτταρ-ον > κυττάρ-ιον.
-άρι (2) κατάλ. ουδ. ουσ. : απομειν-άρι, δυ-άρι, πενην-τάρι κ.τ.ό, μεταγν. κατάλ. –άριον <λατιν. –arium, cell-arium, den-arium, pan-arium, sud-arium).-αρία κατάλ. θηλ. ουσ. : σκαλωμ-αρία, τζαμ-αρία, από ουσ. σε –ία, παράγωγα ουσιαστ. σε –άρος: απένταρος –απεντα-ρία,ή –άρης :τραπεζάρης> τραπεζα -ρία., -ριά, κατάλ. θηλ. ουσ. ζυγα-ριά, κλειδ-α-ριά, κληματα-ριά, ψυστ-ριά κ.τ.ό, από ουσ. σε –ιά.
-άριο (1) κατάλ. λόγ. υποκορ.: ανθρωπ-άριο, βιβλι-άριο, δελτ-άριο, ζω-άριο μισθ-άριο, αρχ. κατάλ. –άριον, από ουσ. με θέμα σε –αρ- (εσχάρα, κύτταρον, τάλαρον +υποκορ. κατάλ. –ιον. (2) κατάλ. λόγ. ουσ.: αλφαβητ- άριο, συναξ-άριο, ωρ-άριο κ.τ.ό., μεσν. κατάλ. –άριον < λατιν. –arium.
αρκαντάσης ο, σύντροφος, φίλος, τουρκ. arkadas.
αρλεκίνος ο, λόγ., πρόσωπο της κωμωδίας, ιταλ. arlechino.
αρμάδα η, στόλος, βενετ. armada.
αρμαστός ο, μνηστήρας, αρραβωνιαστικός, μεσν. ορμαστός < αρμοσ-τός<> αρμόζω.
αρματολός, ο, από το αρματο-λόγος (= ο ασχολούμενος με τα άρματα, Βλ. Μ. Φιλήντ. Γλωσσογν. 1,9).