[]
[]
[Web Creator] [LMSOFT]
αρματώνω μεσν. αρματ-ώνω < άρμα +κατάλ. –ώνω.
αρμέγω μεσν. αρμέγω < μεταγν. αμέργω < αρχ. αμέλγω.
αρμενίζω = ταξιδεύω.
άρμη  η , αρχ. άλμη.
αρμηνεύω = οδηγώ, συμβουλεύω, μεσν. αρμηνεύω < αρχ. ερμηνεύω.
αρμήνια η, οδηγία, συμβουλή, από το ρ. αρμηνεύω < ερμηνεύω (υποχωρ.) (πβ. ζηλεύω, ζήλεια).
αρμόδιος επίθ. λόγ. αρχ. αρμόδιος < αρμόζω.
αρμοδιότητα η, λόγ. νεότ. αρμοδιότης.
αρμόνικα η, ιταλ. armonica < λατιν. harmonicus, ελλ. επίθ. αρμονικός.
αρμπαρόριζα η, είδος φυτού, ιταλ. erbarosa, με παρετυμολ. προς το ρίζα.
αρμύρα η, από το επίθ. αρμυρός.
Αρναούτης ο, Αλβανός, τουρκ. Arna(v)ut.
αρνιακό το, προβιά, ουδ. του επιθ. αρνιακός < αρνί.
αρνιέμαι, αρχ. αρνούμαι.
-αρος , κατάλ. μεγεθ. αρσεν. ουσ.: βόδαρος, βούν-αρος, κλέφτ-αρος κ. ά., από μεγεθ. σε  -ος, παράγωγα υποκορ. σε -άρι: μουλάρι-μούλαρ-ος, πιθάρι–πίθαρ-ος, ποδάρι–πόδαρ-ος.
-αρούδι κατάλ. υποκορ.: μαθητ-αρούδι, ξεπετ-αρούδι, σκολει-αρούδι, από ουσ. σε    –άρι (βλαστ-άρι, χορτ-άρι) + κατάλ. –ούδι.
άρπα η, λόγ. ιταλ. arpa < γερμ. Ηαrfe.
άρπαγας και άρπαγος επίθ. μεσν. άρπαγος, αρχ. άρπαγος < άρπαξ.
αρπάζω , αρχ. αρπάζω.
αρπάχνω από το ήδη αρχ. αόρ. ηρπάχθην αντί ηρπάσθην, κατά τα ρ. σε –νω.
αρπώ μεταγν. αρπώ, αρπώμαι, από ήρπασα, αόρ. του αρπάζω, κατά το σχήμα: εζήτησα –ζητώ, εφίλησα–φιλώ κ.τ. ό (Γ. Χατζιδ. ΜΝΕ 1, 274).

***
αρτηρία η, λόγ. αρχ. αρτηρία.
αρχαίος, επίθ. λόγ., αρχ. αρχα-ιος < αρχή.
αρχαιρεσίες, οι, λόγ. πληθ. του αρχ. αρχ-αιρεσία ( =εκλογή αρχών).
αρχηγείο το, λόγ.,νεότ. αρχηγ-είον.
αρχιμανδρίτης ο, λόγ. μεταγν. αρχι-μαν-δρίτης (= προϊστάμενος μονής).

Ετυμολογία Λέξεων

Δρ. Κυριάκου Π. Δεληγιάννη

-άρες –μάρες οι, ασυναρτησίες, από το αρά +μάρα (=μαρασμός).
αρεοπαγίτης ο, λόγ., αρχ., Αρεοπαγίτης.
αρεστός επίθ., λόγ., αρχ.,αρεσ-τός< αρέσκω.
αρέσω, μεσν., αρέσω < αρχ. αρέσκω.
-άρης, κατάλ,.ουσ. επιθ.: Αωνάρης, γιδ-άρης, κουρελι-άρης ,λυρ-άρης , πεισματ-άρης, περι βολ-άρης, πενηντ-άτης, ογδοντ -άρης, σκου πιδι-άρης κ. τ. ό. μεσν. –άρις <-άριος < λατιν . arius (βλ. Γ. Χατζιδ. ΜΝΕ 1, 421).
αρθρίτιδα η, λογ., μεταγν. αρθρ-ίτις<άρ- θρον.
άρθρωση η,λογ.,μετγν., άρθρω–σις< αρθρώ.
-άρι(1) κατάλ. ουσ. : βλαστ - άρι, ζευγ-άρι, δοκ-άρι, λυχν-άρι, ψ-άρι κ.τ.ό., αρχ. κατάλ.  –άριον, που προήλθε από υποκορ. ουσ. με θέμα σε –αρ-, καθώς εσχάρα > εσχάρ-ιον, κύτταρ-ον > κυττάρ-ιον.
 -άρι (2) κατάλ. ουδ. ουσ. : απομειν-άρι, δυ-άρι, πενην-τάρι κ.τ.ό, μεταγν. κατάλ. –άριον <λατιν. arium, cell-arium, den-arium, pan-arium, sud-arium).-αρία κατάλ. θηλ. ουσ. : σκαλωμ-αρία, τζαμ-αρία, από ουσ. σε –ία, παράγωγα ουσιαστ. σε –άρος: απένταρος –απεντα-ρίαάρης :τραπεζάρης> τραπεζα -ρία., -ριά, κατάλ. θηλ. ουσ. ζυγα-ριά, κλειδ-α-ριά, κληματα-ριά, ψυστ-ριά κ.τ.ό, από ουσ. σε   –ιά.
-άριο (1) κατάλ. λόγ. υποκορ.: ανθρωπ-άριο, βιβλι-άριο, δελτ-άριο, ζω-άριο μισθ-άριο, αρχ. κατάλ. –άριον, από ουσ. με θέμα σε αρ- (εσχάρα, κύτταρον, τάλαρον +υποκορ. κατάλ. –ιον. (2) κατάλ. λόγ. ουσ.: αλφαβητ-   άριο, συναξ-άριο, ωρ-άριο κ.τ.ό., μεσν. κατάλ. –άριον < λατιν. arium.
αρκαντάσης ο, σύντροφος, φίλος, τουρκ. arkadas.
αρλεκίνος ο, λόγ., πρόσωπο της κωμωδίας, ιταλ. arlechino.
αρμάδα η, στόλος, βενετ. armada.
αρμαστός ο, μνηστήρας, αρραβωνιαστικός, μεσν. ορμαστός < αρμοσ-τός<> αρμόζω.
αρματολός, ο, από το αρματο-λόγος (= ο ασχολούμενος με τα άρματα, Βλ. Μ. Φιλήντ. Γλωσσογν. 1,9).