Ο Αχιλλέας από το πανεπιστήμιο είχε αναλάβει το συντονισμό των κινήσεων για το θέμα του Νικήτα. Συνεννοήθηκε με το Χαρίλαο, τον άντρα της Αθαλίας, την Κατερίνα και τη μητέρα της, τη Μαριέττα να είναι όλοι έτοιμοι γιατί έφθασε η κατάλληλη ώρα που θα έπιαναν το Νικήτα στο σπίτι της Μαριέττας.
Η γυναίκα αυτή ένιωθε πως βρισκόταν κάτω από μεγάλη πίεση. Φοβόταν πολύ και το Νικήτα μόλις αντιλαμβανόταν πως τον έστησε, τον παρέδιδε στα χέρια της αστυνομίας. Μόνο τη λέξη αυτή που σκεφτόταν πάγωνε. Θα την τραβούσαν στο τμήμα! Πώς έμπλεξε έτσι. Και τόσο εύκολα, μ’ αυτόν τον άνθρωπο κι η ίδια δεν το πίστευε.
Η Κατερίνα χτύπησε την πόρτα.
Πάγωσε η Μαριέττα, νομίζοντας πως έφθασε ο κύριος. Πλησίασε δειλά και ήσυχα, κοίταξε από το «ματάκι» κι ανάσανε.
-Εσύ είσαι, Κατερίνα μου, είπε με ανακούφιση ανοίγοντας.
Η κόρη της μπήκε μέσα βιαστικά και τράβηξε και τη μάνα της κλείνοντας την πόρτα.
-Μαμά, θα μείνω μαζί σου.
-Όχι, όχι, προς Θεού, έβαλε τις φωνές η Μαριέττα. Όχι, παιδί μου. Αν είναι και πάθω κάτι να το πάθω μόνον εγώ, δε θέλω όμως να μπλέξεις κι εσύ. Κατερίνα μου, φοβάμαι, είναι επικίνδυνος άνθρωπος!
-Μαμά, μην ανησυχείς. Τα συζήτησα με τον Αχιλλέα. Θα κρυφτώ. Θα μείνω κρυμμένη και θα ακούω τι γίνεται. Εσύ, θα τηλεφωνήσεις στον Αχιλλέα μόλις δεις το αυτοκίνητό του από το παράθυρο. Αν Προσπαθήσει να σου κάνει κάτι πριν προλάβουν να έρθουν οι άλλοι, θα τους ειδοποιήσω εγώ.
-Δεν τον ξέρεις καλά, κόρη μου, γι’ αυτό μιλάς. Την τελευταία φορά που ήρθε τον περίμενα όπως τα είπες τώρα και κοίταζα από το παράθυρο. Η πόρτα ξαφνικά χτύπησε... Ήταν εκείνος! ... Κατάλαβες τώρα τι θέλω να πω;
-Εντάξει, αυτό όμως δεν αλλάζει με το να σε προστατέψω μένοντας εδώ; Δυο άνθρωποι είναι καλύτερο από έναν.
***
Ο Νικήτας κατέβηκε τα σκαλοπάτια προς το υπόγειο. Η Αθαλία με το χαμόγελο, όπως την άφησε πριν. Τι υποκρισία, σκέφτηκε εκείνος. Να με προκαλεί, ολόγυμνη, να με καλεί να την πλησιάσω, κι από πίσω να με στήνει.
Την πλησίασε χωρίς να μιλάει, έκανε πως δεν άκουσε το τηλεφώνημά της να τρέξουν να τη σώσουν. Κάθισε και πήρε άλλη μια ρουφηξιά καφέ. Της χαμογέλασε, σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Το μυαλό του έπαιρνε γρήγορα στροφές προσπαθώντας να εξηγήσει αν ήταν η υποκρισία που άλλαξε ξαφνικά στάση η κοπέλα ή μήπως επέδρασε κάτι άλλο. Ξανάφερε στο νου του τις κινήσεις του και θυμήθηκε ότι τον προσκαλούσε να πάει κοντά της! Εκείνη έκανε όχι μόνο το πρώτο βήμα, αφού γδύθηκε χωρίς να της το ζητήσει, και όχι αυτά που έλεγε στο Χαρίλαο στο τηλέφωνο. Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκε κάτι που του έλυσε την απορία. Η Αθαλία πρέπει να άκουσε τη συζήτησε που είχε με τη Μαριέττα στο τηλέφωνο και θύμωσε... Τότε αποφάσισε να τηλεφωνήσει στον άντρα της για βοήθεια...
Σηκώθηκε.
Εκείνη είχε μιαν έκφραση φόβου στο πρόσωπο.
Εκείνος δε μιλούσε. Την κοίταζε. Έκανε ένα αργό βήμα μπροστά.
Εκείνη σοβαρή προσπαθούσε να ψυχολογήσει την κατάσταση. Ο φόβος εξωτερικεύτηκε με ιδρώτα που την έλουσε.
Ένα ακόμα βήμα τον έφερε πλάι στο τραπεζάκι που ήταν κοντά της. Αχ, βρε Αθαλία, είπε μέσα του, τέτοια λάθη κάνεις;... Πώς ξέχασες το τηλέφωνό σου έξω... Όταν πήγα πάνω δεν ήταν εκεί. Τώρα είναι. Το έκανες το τηλεφώνημα καημενούλα μου, το άκουσα... Ένα χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του... Σκέφτηκε ακόμα πως κανένας δεν γνωρίζει πού βρίσκονταν!
Έσκυψε και πήρε το τηλέφωνό της.
Η κοπέλα δεν μπορούσε, αλλά και ούτε τολμούσε, να μιλήσει. Άθελα τα χείλη της χαλάρωσαν και το στόμα της άνοιξε, σαν από χαζομάρα, πήρε μια παράξενη έκφραση μπροστά στη φαντασία μιας επικείμενης σκηνής, σίγουρα κάτι κακό ερχόταν.
Εκείνος διατηρούσε το χαμόγελο. Τι σήμαινε όμως αυτό, αναρωτιόταν η Αθαλία;... Α, δεν είναι ο ίδιος, εκείνος ο τρυφερός, τόσο κοντά της, πριν ανέβη τη σκάλα. Τώρα ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Ορθός, με το τηλέφωνό της στο χέρι.
Έκανε ένα βήμα στο πλάι. Ξανάσκυψε.
Τα ρούχα της. Στο πάτωμα ριγμένα.
Τα σήκωσε. Γύρισε και την κοίταξε.
Όλα γίνονταν με πολύ αργό ρυθμό.
(Συνεχίζεται)