Ο Χαρίλαος τηλεφώνησε στον Αχιλλέα. Ήταν η Τρίτη φορά μέσα σε μισή ώρα.
-Ναι, Χαρίλαε, σ’ ακούω...
-Όχι... δεν έχω τίποτα να πω εγώ, περιμένω να μάθω αν έχεις νεότερα.
-Τίποτα, είπε ξερά ο Αχιλλέας.
-Ξέρεις δοκίμασα να τηλεφωνήσω στην Αθαλία αλλά έχει απενεργοποιήσει το κινητό.
-Ναι, έκανε ο Αχιλλέας με το ίδιο στεγνό ύφος... Για πες μου, Χαρίλαε. Τη γυναίκα σου τη γνωρίζεις καλά. Προσπάθησε να θυμηθείς ό,τι σου έχει πει για το Νικήτα, πώς σκέφτεται για εκείνον, σε τι μοίρα τον έχει ;
-Ναι, κατάλαβα που το πας, Αχιλλέα. Το ίδιο φοβάμαι κι εγώ. Η Αθαλία είναι πολύ καλός άνθρωπος, δεν μπορεί να σκεφτεί πως οι άλλοι δεν είναι σαν κι εκείνην
-Εντάξει, τον διέκοψε ο Αχιλλέας. Αυτά τα γνωρίζουμε. Μήπως όμως έχεις προσέξει να του έχει και κάποια συμπάθεια; Υπάρχει τίποτα που έγινε τώρα τελευταία;
-Ε... τι να σου πω. Ναι, μου φαίνεται πως τον συμπαθεί. Δε νομίζω να είναι κάτι το σοβαρό όμως. Δεν μπορώ να πιστέψω πως η Αθαλία θα έκανε κάτι μαζί του.
-Ωραία, τότε πώς βρέθηκε μαζί του;... Πήγε να τον βρει εκείνη;
-Όχι. Το αυτοκίνητο είναι στο σπίτι.
-Α, μάλιστα! Άρα την πήρε εκείνος μαζί του, στο δικό του χώρο. Αλλά, να σου πω την αλήθεια, Χαρίλαε, δεν πιστεύω ότι την πήρε με το ζόρι. Η Αθαλία τον ακολούθησε.
-Δυστυχώς, αυτό πιστεύω κι εγώ.
Μερικές στιγμές σιωπής που τις διέκοψε ο Αχιλλέας: Μήπως μπορείς να σκεφτείς γιατί πανικοβλήθηκε η Αθαλία και σου τηλεφώνησε κρυφά;
-Ξέρεις, μόλις που τα κατάφερε να πει μια λέξη ο Χαρίλαος και έβαλε τα κλάματα...
Ο Αχιλλέας περίμενε. Έπρεπε να του δώσει χρόνο να σκεφτεί, να πάρει θάρρος για να του πει τι ακριβώς τον απασχολούσε, γιατί οπωσδήποτε κάτι τον προβλημάτιζε και, όπως έδειχναν τα πράματα, ήταν κάτι που τον πλήγωσε.
-Αχιλλέα,... μίλησε τελικά, σιγά, σαν να εξομολογείται κάτι. Δεν ξέρω πώς να το πω, αλλά φοβάμαι, μήπως η Αθαλία τον προκάλεσε, μήπως εκείνη του δόθηκε!
-Όλα αυτά μπορεί να είναι σωστά. Αλλά πρέπει να βρούμε τι μεσολάβησε ξαφνικά και έκανε την Αθαλία ν’ αλλάξει στάση... Μπορείς να υποθέσεις κάτι εσύ; Γιατί εγώ υποψιάζομαι τι έγινε.
-Αχιλλέα, αυτή τη στιγμή εσύ είσαι πιο ήρεμος. Τι είναι αυτό που υποθέτεις;
-Λοιπόν, άκου. Όταν τηλεφώνησε η Μαριέττα στο Νικήτα, εκείνος της μιλούσε με ενθουσιασμό. Θα πήγαινε σε λίγο της είπε, γελούσε όταν της έλεγε πως είχε ένα γυναικάκι μαζί του που του ζήτησε να της κάνει το πορτραίτο... Εφόσον η Αθαλία ήταν κάπου εκεί, όπως υποθέτουμε, θα τον άκουσε χωρίς να το αντιληφθεί εκείνος, θύμωσε τότε εκείνη μαζί του και σου τηλεφώνησε αμέσως...
Στης Μαριέττας το σπίτι η ανησυχία είχε φτάσει στο κατακόρυφο. Ο Νικήτας έπρεπε να είχε παρουσιαστεί προ πολλού. Είχε περάσει σχεδόν μια ώρα και δεν είχε κάνει ούτε ένα τηλεφώνημα για να εξηγήσει την καθυστέρηση.
Η Κατερίνα επικοινώνησε με τον Αχιλλέα, ο οποίος δεν είχε νεότερα και ανησυχούσε κι εκείνος. Ο Νικήτας θα έπρεπε, σύμφωνα με τα σχέδια, να είχε συλληφθεί ήδη στο σπίτι της Μαριέττας.
-Μαμά, είπε η κοπέλα στη Μαριέττα, δεν ξαναπαίρνεις το Νικήτα να δούμε τι γίνεται. Κάνε του τα σκέρτσα σου για να δούμε αν είναι στο δρόμο.
Η Μαριέττα δοκίμασε αλλά τίποτα.
Ο Αχιλλέας εντωμεταξύ έδωσε τους αριθμούς των κινητών της Αθαλίας και του Νικήτα, στην αστυνομία, οπότε εκείνοι μπορούσαν τώρα να παρακολουθούν καλύτερα.
Το τηλέφωνο της Μαριέττας χτύπησε.
-Μάλιστα;... Νικήτα εσύ;... Πού βρίσκεσαι, τι έγινες;...
-Άστα, Μαριέττα μου, έπαθε βλάβη το αυτοκίνητο, σταμάτησα κάπου για τσιγάρα και δε βάζει μπρος.
-Να’ρθω να σε βρω και να σε φέρω εδώ εγώ;...Τι λές;
Ο Νικήτας της είπε ακριβώς πού βρισκόταν, μπροστά σε κάποιο περίπτερο. Παρακάλεσε τη Μαριέττα όμως να πάει μόνη. «Αφού έρχομαι για σένα, Μαριέττα μου... Μην έχεις και παρέα μαζί σου!» της είχε πει.
Η Κατερίνα ενημέρωσε αμέσως τον Αχιλλέα.
***
Η Κατερίνα έμεινε στο σπίτι της μητέρας της, και κάθισε δίπλα στο τηλέφωνο.
Η Μαριέττα βρήκε εύκολα το περίπτερο. Πλησίαζε σιγά σιγά κοιτάζοντας γύρω να διακρίνει το Νικήτα. Προσπέρασε, οδηγώντας πολύ αργά πάντα, ο δρόμος ήσυχος, απόμερος. Προχώρησε δύο τετράγωνα και ξαναγύρισε. Σταμάτησε στο περίπτερο και ρώτησε μήπως τον είδαν, το αυτοκίνητό του είχε βλάβη και είχε σταματήσει εκεί, όπως της είχε πει ο Νικήτας.
Δεν είχαν ιδέα.
Το κινητό της χτύπησε.
-Μαριέττα, πού βρίσκεσαι;... ήταν εκείνος. Περιμένω τόση ώρα! ... Αχ, δεν κατάλαβες, είμαι δυο δρόμους πιο κάτω, ... Της είπε το δρόμο.
-Έρχομαι, Νικήτα μου έρχομαι.
Ειδοποίησε τον Αχιλλέα που βρισκόταν ήδη εκεί κοντά και ξεκίνησε για τον άλλο δρόμο.
Σταμάτησε εκεί που της είχε πει ο Νικήτας να τον συναντήσει.
Πέρασαν πέντε λεπτά, καμία κίνηση.
Το κινητό της χτύπησε πάλι.
-Άκου με, Μαριέττα. Πες σ’ αυτούς που σε ακολουθούσαν να πάνε στο καλό. Η σημερινή παράσταση τελείωσε... Όσο για μένα, μόλις έφυγα απ’ το σπίτι σου. Πήγαινε όμως να δεις το κοριτσάκι σου γιατί έχει ένα μάγουλο πρησμένο. Πες στην Κατερίνα σου να είναι προσεκτική άλλη φορά και να μη μου ξαναεπιτεθεί!
(Συνεχίζεται)