Συνέχεια από το προηγούμενο
Νο124
Αυτά που άκουσε η Μαριέττα στο τηλέφωνο από το Νικήτα την τάραξαν, την τρόμαξαν. Για την κόρη της, την Κατερίνα είπε ο χαμένος... Τι της έκανε;
Όπως ήταν κατατρομαγμένη ειδοποίησε αμέσως το Χαρίλαο για τα τελευταία γεγονότα με το Νικήτα κι έτρεξε στο σπίτι να δει την κόρη της. Τη μετέφερε στο νοσοκομείο. Ρώτησε αν ήταν και η Γιοβάνα, η γιατρός που γνώριζαν, αλλά απουσίαζε.
Ο Αχιλλέας και ο Χαρίλαος πήγαν στην Αστυνομία, έδωσαν τις τελευταίες πληροφορίες για τις κινήσεις του Νικήτα. Εκεί έμαθαν πως τα όργανα της τάξεως βρίσκονταν στα ίχνη του Νικήτα και εκείνη ακριβώς τη στιγμή τον παρακολουθούσαν στο δρόμο.
Τους καθησύχασαν και τους είπαν καλύτερα θα ήταν να πήγαιναν στο σπίτι τους. Θα τους τηλεφωνούσαν μόλις είχαν κάποια εξέλιξη τα πράγματα.
***
Η Αλκμήνη θυμήθηκε κάτι. Ναι, σωστά... σκεφτόταν. Το θυμάμαι καλά...
Πήρε τηλέφωνο τον άντρα της που βρισκόταν στο δρόμο για το σπίτι. «Αχιλλέα μου... Αχιλλέα, ξέρω πού πρέπει να βρίσκεται η Αθαλία. ..»
Στο σπίτι του Αχιλλέα κατέφθασε και ο Χαρίλαος.
-Τι συμβαίνει, βρε παιδιά, πείτε μου... Αλκμήνη, τι είναι, τι έγινε;
Ο Αχιλλέας σηκώθηκε να δώσει την απάντηση ενώ κρατούσε το τηλέφωνο στο χέρι για να ειδοποιήσει την αστυνομία.
Syn;exeia ap;o to prohgo;ymeno-
Ησύχασε, Χαρίλαε. Ησύχασε, κάτσε. Η Αλκμήνη θυμάται πού βρίσκεται το σπίτι του Νικήτα. Πολύ πιθανό να έχει εκεί την Αθαλία.
Η Αλκμήνη εξήγησε στην αστυνομία για το πώς είχε πάει στο σπίτι του Νικήτα κάποτε, τους δρόμους...
Πάρε έναν καφέ, είπε η κόρη της Αλκμήνης, η Τάνια, που έφερε το φλυτζάνι στο Χαρίλαο. Είχαν και τον μικρό εκεί, τον Παυλάκη, το γιο του Χαρίλαου, που μόλις άκουσε πως είχε έλθει ο πατέρας του έτρεξε στην αγκαλιά του. «Μπαμπα, μπαμπάκα μου, η μαμά είναι καλά;...
Τον πήρε στα γόνατά του ο Χαρίλαος. «Ναι, χρυσό μου, μην ανησυχείς...»
-Τι έγινε με τη Μαριέττα, έχουμε νεότερα; Ρώτησε ο Χαρίλαος.
-Ναι, ναι, έκανε η μικρή, η Τάνια, η Κατερίνα δεν έπαθε τίποτα το σοβαρό. Σε λίγο θα βγει από το νοσοκομείο.
Η ώρα δεν περνούσε, τα λεπτά δεν κυλούσαν. Είχε αρχίσει να βραδιάζει. Όπου να’ναι πρέπει τα όργανα της τάξεως να φθάσουν στο σπίτι του Νικήτα. Όλοι κάθονταν αμίλητοι. Τα δυο παιδιά είχαν πάει στο δωμάτιο της Τάνιας. Στο καθιστικό δεν ακουγόταν λέξη. Αναμονή. Η λέξη βασάνιζε τη σκέψη. Μόνο τη σκέψη. Υπομονή. Αυτή συντρόφευε την πρώτη.
Το πρώτο κουδούνισμα τηλεφώνου ήταν στο κινητό του Χαρίλαου.
... Η Αθαλία βρισκόταν στο ασθενοφόρο που τη μετέφερε στο νοσοκομείο.
***
Η σύλληψη του Νικήτα ήταν για την Αλκμήνη δώρο από τον ουρανό. Έγινε άλλος άνθρωπος. Έπεσε στην αγκαλιά του Αχιλλέα και ξέσπασε σε λυγμούς.
Ένα κεφάλαιο στην ιστορία τους είχε κλείσει. Μια καινούργια μέρα ξεκινούσε, πιο ήρεμη και με περισσότερη σιγουριά. Τα δυο αντρόγυνα αποφάσισαν να πάνε ένα ταξίδι αναψυχής – το είχαν ανάγκη όλοι.
Η Αθαλία δεν μπορούσε να φανταστεί τι γκάφες είχε κάνει, πώς πίστεψε τόσο εύκολα στα λόγια του Νικήτα!
Πήγε να δει και τον πατέρα της, στο ίδρυμα που τον είχαν βάλει. Ήταν πολύ ευχαριστημένος εκεί.
Όλο το σχολείο το έμαθε από την Τάνια και τον Παυλάκη για το μεγάλο ταξίδι που θα πήγαιναν. «Στην Αφρική;...» απορούσαν όσοι το άκουγαν. «Τι τυχεροί που είστε!»
Η Κατερίνα απέφυγε να κυκλοφορεί για μερικές μέρες. Την κράτησε η μάνα της, η Μαριέττα, στο σπίτι. Την παρακάλεσε μάλιστα να μείνει μαζί της. Κι εκείνη είχε ανάγκη από συντροφιά. Συμφώνησαν μάνα και κόρη. Η Κατερίνα, την αγκάλιασε και της είπε χαμογελώντας. «Ρε μάνα, ξέρεις κάτι. Πουθενά δε βρίσκεις τη δροσιά του σπιτιού της μάνας...»
Μείνανε για λίγο αγκαλιασμένες. Μέχρι τη στιγμή που χτύπησε το κουδούνι της πόρτας.
Η Κατερίνα πετάχτηκε. «Πάω ν’ ανοίξω!».
Ήταν ο Παύλος.
-Άκουσα πως κάτι σου συνέβη, μικρούλι μου, κι έτρεξα... Τι είναι αυτά τα μούτρα; Ποιος σ’ έκανε έτσι;»
-Α, δεν τα ‘μαθες; ...ακούστηκε η φωνή της Μαριέττας από μέσα. Έλα, έλα ν’ ακούσεις.
***
Στο νοσοκομείο η Γιοβάνα έμαθε κι εκείνη τα νέα και τηλεφώνησε στη Μαριέττα να μάθει για την κόρη.
-Ναι, γιατρέ μου, εδώ είναι να σας τη δώσω... γύρισε στην Κατερίνα: Έλα Κατερίνα μου, για σένα είναι. Η γιατρός, η Γιοβάνα είναι.
-Α καλά που πήρε, έκανε ο Παύλος σιγά στη Μαριέττα, να μην το κλείσει η Κατερίνα, θέλω να μιλήσω στη γιατρό.
Η Κατερίνα κλείνοντας το τηλέφωνο είπε πως η Γιοβάνα ήθελε να τη δει στο νοσοκομείο.
-Ήθελα να της μιλήσω, φώναξε ο Παύλος...
-Εντάξει, μωρέ, δε χάθηκε ο κόσμος, παρ΄την τηλέφωμο!
-Καλά, καλά,... είπε εκείνος κοιτάζοντας την Κατερίνα. Δεν έπρεπε να πω τίποτα, σκέφτηκε. Το κορίτσι έχει πάθει σοκ, είναι πολύ εκνευρισμένο.
Φαινόταν κι εκείνος όμως ανήσυχος.
-Κάτι έχεις; ... τον ρώτησε η Μαριέττα μια στιγμή που πήγε στην κουζίνα η Κατερίνα. Ε;... Πες μου, τι έχεις; Δεν αισθάνεσαι καλά;
Ο Παύλος σηκώθηκε.
-Όχι, μωρέ, δεν έχω τίποτα, απλώς ήθελα να ρωτήσω κάτι τη γιατρό. Θα πάω να τη βρω στο νοσοκομείο.
(Συνεχίζεται)