[]
[Web Creator] [LMSOFT]
Η γυναίκα τον κατηγορεί Διήγημα                      
       Ντίνος Γκρους                                         4η Συνέχεια και τέλος
Συνέχεια από το προηγούμενο και τέλος.
Η κυρία Μαργαρίτα έβαλε τα καλά της, χτενίστηκε στην εντέλεια και πήρε το δρόμο. Δεν άργησε να φτάσει στον προορισμό της. Έριξε μια γρήγορη ματιά στο ρολόι της καθώς ανέβαινε τη σκάλα. Στο δεύτερο όροφο, γραφείο 13. Γρουσούζικος αριθμός λένε αλλά για τη Μαργαρίτα ήταν ο τυχερότερος αριθμός της ζωής της.
Χτύπησε σιγά. Η πόρτα άνοιξε. Μέσα η Μαργαρίτα βιαστικά να μη χάσει λεπτό από το ραντεβού της. Ο άντρας την έσφιξε στην αγκαλιά του και την πήρε στο μέσα δωμάτιο, στο γραφείο του.
-Αχ, τι ωραία που τα κανόνισες όλα, έδωσες άδεια και στη γραμματέα σου!
-Ναι, αλλά κοίτα, έχουμε τριάντα λεπτά καιρό μόνο...
-Εντάξει είναι, από το τίποτα... Και μην ανησυχείς, αγάπη μου, σύντομα θα είμαστε μαζί για πάντα, κουμπάρε μου!
Σε δέκα λεπτά έπιναν τον καφέ τους. Ο κουμπάρος λίγο σκεφτικός.
-Τι έχεις, κουμπαρούλη μου, τι σε απασχολεί. Μην ανησυχείς όλα θα πάνε καλά. Θα βγούμε κι από πάνω...
-Τι θες να πεις; Δε σε καταλαβαίνω!
Δίσταζε η κουμπάρα, πώς να του το φέρει. «Να,... τι  να πω... Όχι μόνο θα είμαστε μαζί για πάντα, θα μ’ έχεις κάθε μέρα και κάθε νύχτα, αλλά μου φαίνεται πως όλα έρχονται όπως τα θέλουμε.
-Για εξήγησε, ρώτησε με σουφρωμένα τα φρύδια ο κουμπάρος.
-Να σου εξηγήσω. Υποψιάζομαι πως ο άντρας μου τα ’χει με τη γυναίκα σου, με την κουμπάρα!
-Τι έκανε λέει... Ποιος να άκουγε τον κουμπάρο. Τον έπιασε το αντριλίκι, ο εγωισμός... Τι είπες;.. Η γυναίκα μου σήκωσε μάτια και κοίταξε άλλον;... Δηλαδή, εγώ δεν της κάνω;... Τώρα θα δεις τι θα γίνει. Θα την στολίσω εγώ.... Εμπρός, εσύ δίνε του. Τράβα, στο σπιτάκι σου.
Καλέ τι ήταν αυτό που έπαθε η κυρία Μαργαρίτα! Να χάσει τον κουμπάρο έτσι εύκολα;... Κι εκείνη που νόμιζε!...
Έτρεξε κλαίοντας στο σπίτι της. Πάει, τον έχασε τον κουμπάρο!
Άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της με λυγμούς, ψιθυρίζοντας «Καλός είναι και ο Μανωλιός...
Καθώς είπε τις τελευταίες κουβέντες, βγήκε ο Μανωλιός από την κρεβατοκάμαρα με δυο βαλίτσες φουσκωμένες.
-Μανωλιό μου, είσαι χρυσός άνθρωπος... Μα... για πού το’ βαλες;
-Για κει που δεν θα μπορείς να με ξαναβρείς. Κι αν κάποτε βρεις κανέναν άλλο, κοίτα να του φέρεσαι καλύτερα, όχι σαν σκουπίδι.
Ένα κλάξον ακούστηκε έξω.
-Πάω... Με περιμένουν.
Βγήκε από το σπίτι.
 Η κυρία Μαργαρίτα έτρεξε στο παράθυρο. Μα... τι έγινε;... Δεν πίστευε τα μάτια της. Η καλλίγραμμη Δέσποινα άνοιξε πίσω για να βάλει ο Μανωλιός τις βαλίτσες του!...
Διήγημα
Η γυναίκα τον κατηγορεί  3o   - Διήγημα                Ντίνος Γκρους

Πρωί πρωί ο Μανολιός έτοιμος για δρόμο. Ξυρίστηκε με προσοχή, ως συνήθως, φρεσκαρίστηκε με κολόνια, και «Γεια σου, Μαργαρίτα, δε θαργήσω, ίσα ίσα έναν καφέ να πιω στο καφενείο».
Η κυρία Μαργαρίτα όμως δεν τα χάφτει αυτά. Ποιο καφενείο μου λέει αυτός. Και νομίζει πως εγώ τοχαψα!
Εμπρός Μαργαρίτα, έχουμε παρακολούθηση σήμερα, πάμε!... μονολόγησε και βγήκε έξω.
Πουθενά ο Μανολιός!
Βρε τον αθεόφοβο, τόση βιασύνη να πάει στη γκόμενα την κουμπάρα;
Σιγά σιγά, με μεγάλη προσοχή, βρίσκεται στην πόρτα της τής γειτόνισσας. Κολλάει ταυτί της στην ξύλινη πόρτα και προσπαθεί νακούσει κάτι από μέσα. Τετραπέρατη σαυτά τα θέματα η κυρία Μαργαρίτα. Περιμένει. Παριμένει... και νατο! Την ακούει πεντακάθαρα. «Όχι, αγάπη μου, δεν είναι έτσι εγώ είμαι εδώ, μην ανησυχείς, εγώ θα σε περιποιηθώ καλά, θα δεις τι μυστικά ξέρω εγώ. Δε θα το πιστεύεις...»
Εκείνη τη στιγμή άκουσε βήματα πίσω της. Ευτυχώς δεν την είχαν δει που κρυφάκουγε στην πόρτα της γειτόνισσας. Πήρε δρόμο γρήγορα και απομακρύνθηκε.
Αχ,... σκεφτόταν τώρα, να μην προλάβω νακούσω κι εκείνον;... Αχ, ρε Μανωλιό, θα σε πιάσω για καλά εγώ!
Από περιέργεια πήρε το δρόμο για το καφενείο. Πουθενά ο Μανωλιός.
Τώρα, ν ρωτήσει κανέναν, μπας και τον είδαν εκεί, αλλά πάλι σκέφτηκε να μην τον εκθέσει στον κόσμο γιατί θα εκτεθεί κι η ίδια. Όταν φθάσει η κατάλληλη στιγμή όλα θα γίνουν, αλλά προς το παρόν είναι νωρίς.
Ξεκίνησε για τα μαγαζιά. Μια γνωστή την καθυστέρησε στο δρόμο και τα είπανε.
Μπήκε στο σουπερμάρκετ να ψωνίσει κάτι. Εκεί όμως, άκουσε πίσω από τα ράφια, στον άλλο διάδρομο, τη φωνή του Μανωλιού της που κουβέντιαζε με κάποιαν..., κάποιαν;... Αχ, μωρέ, η καλλίγραμμη κοπέλα από δικηγορικό γραφείο ήταν. Έβαλε αυτί η κυρία Μαργαρίτα νακούσει ... Και άκουσε «Όχι ακόμα, δε νομίζω».
Αχ, μπράβο σου, Δέσποιναέτσι τη λένε την καλλίγραμμη. Τα κατάφερες φαίνεταιψιθύρισε ενθουσιασμένη η κυρία Μαργαρίτα που είχε ζητήσει από τη Δέσποινα να παρακολουθεί τον άντρα της όταν ήταν ελεύθερη.
Η ίδια, βέβαια, ήθελε να ξέρει με κάθε λεπτομέρεια πού βρισκόταν κάθε στιγμή ο Μανωλιός. Δεν μπορούσε να βγει από το σπίτι χωρίς να δώσει λογαριασμό των κινήσεών του. Αυτή η κατάσταση όμως δεν άρεσε στο Μανωλιό. Ολόκληρος άντρα να βρίσκεται υπό συνεχή έλεγχο.
Όχι. Κάτι έπρεπε να κάνει...
                                                           (Συνεχίζεται)
Διήγημα -   Ντίνος Γκρους
        
Η γυναίκα τον κατηγορεί  (2o) Συνέχεια από το προηγούμενο                                                       
Ξεμπέρδεψε γρήγορα με το Σταμάτη, το δικηγόρο, η κυρία Μαργαρίτα. Βέβαια, ο δικηγόρος, γνωστός από τα παιδικά τους χρόνια, προσπάθησε να της εξηγήσει μερικά πράγματα, αίφνης, να της δώσει να καταλάβει πως εκείνος είναι δικηγόρος, όχι ...ντετέκτιβ! Διότι η κυρία Μαργαρίτη ήθελε να ανακατέψει κανέναν από τους υπαλλήλους του να παρακολουθήσουν το Μανωλιό! Πάντως φαίνεται να το χώνεψε ότι ο δικηγόρος δεν κάνει αυτή τη δουλειά.
Επίσης ήθελε από το δικηγόρο να της πει και τη γνώμη του για την κουμπάρα... Είναι γυναίκα τώρα αυτή να ρίξει το Μανωλιό!
Ο Σταμάτης πάντως, ο δικηγόρος, τη συμβούλεψε, σαν παλιά του φίλη, να κοιτάξει να διορθώσει η ίδια τα πράγματα, να μην καταλήξουν σε διαζύγια.
Τότε η κυρία Μαρίκα ξέσπασε σε κλάματα. Τι δάκρυα ήταν αυτά! Τι πόνο έκρυβε μέσα της η καημενούλα και έτρεξαν καταρράκτες να τον ξεθυμάνουν.
Τέλος, σκουπίστηκε και έφυγε.
Η καλλίγραμμη μαυρομάτα την πήρε μέχρι την έξοδο και τα είπανε λιγάκι. Μάλιστα, κάτι της έλεγε στ’ αυτί και της κοπέλας – αλλά εμείς, υποτίθεται, δεν το ακούσαμε καλά, μόνο ένα «προσπάθησε... Μωρέ θα τα καταφέρεις, κάνε κάτι!», αυτά μόνο αρπάξαμε.
Φτάνοντας στο σπίτι έβαλε με προσοχή το κλειδί στην πόρτα, να μην ακουστεί καθόλου από μέσα, μπας και τους πιάσει στα πράσα. Σιγά, σιγά  μπήκε μέσα.
«Μανωλιό!... Ε, Μανωλιό!...»
Πουθενά ο Μανωλιός της.
Μωρέ, δε θες να ’ναι στην κουμπάρα!
Αχ, βρε δικηγόρε, τι μου ’κανες. Τώρα ήθελα τη βοήθειά σου. Αλλά, τι να κάνω, πρέπει να πάω εγώ, και ντετέκτιβ θα γίνω.
Μια και δυο στο δρόμο πάλι. Με μεγάλη προσοχή βάζει μπρος τις ντετεκτιβικές της ικανότητες και πλησιάζει το σπίτι της γειτόνισσας, της κουμπάρας. Σκύβει όταν έφτασε στο φράχτη, ώστε να μη φαίνεται από μέσα, και σήκωσε κεφάλι μόνο όταν βρέθηκε μπροστά στην πόρτα. Χτυπά την πόρτα. Περιμένει. Κανένας θόρυβος. Ξαναχτυπά. Τίποτα.
Λες να’ ναι μέσα;... μονολογούσε. Μόνη της ας είναι, ή έστω με τον άντρα της. Με το δικό μου να μην είναι.
Ξαναχτυπά.
Κάτι ακούστηκε. Δεν άργησε ν’ ανοίξει η πόρτα.
Να σου την η κουμπάρα!... Αναμαλλιασμένη, ένα πρόχειρο φόρεμα φαγωμένο στην άκρη, ...
-Α, εσύ είσαι, κουμπάρα;
-Εγώ, κουμπάρα.
-Θα ’ρθεις μέσα, θες τίποτα;
-Τον άντρα μου.
-Τον κουμπάρο;... Εδώ τον ψάχνεις;
-Ε, είπα, επειδής είχα βγει έξω, όταν γύρισα δεν τον βρήκα στο σπίτι και είπα μπας κι ήρθε κατ’ εδώ.
-Όχι, καλέ... Δε φάνηκε. ‘Ελα μέσα.
-Όχι, όχι, ησύχασα... είπε η κυρία Μαργαρίτα κι έκανε στροφή. Αχ, άρχισε πάλι να μονολογεί, μωρέ θα σας πιάσω εγώ...
Καθώς έβαζε το κλειδί στην πόρτα της ν’ ανοίξει σταμάτησε. Κάτι της πέρασε απ’ το μυαλό. Γιατί να μην μπω μέσα; Γιατί να φύγω;... Κι αν τον έκρυβε μέσα;
Και πάνω που τα ’λεγε αυτά να σου κι ο Μανωλιός, λεβεντιά, φρέσκος, φρέσκος, χαμογελαστός, ερχοταν.
-Γύρισες; ... είπε στη γυναίκα του.
 (Συνεχίζεται)