Διήγημα - Ντίνος Γκρους
Η γυναίκα τον κατηγορεί (2o) Συνέχεια από το προηγούμενο
Ξεμπέρδεψε γρήγορα με το Σταμάτη, το δικηγόρο, η κυρία Μαργαρίτα. Βέβαια, ο δικηγόρος, γνωστός από τα παιδικά τους χρόνια, προσπάθησε να της εξηγήσει μερικά πράγματα, αίφνης, να της δώσει να καταλάβει πως εκείνος είναι δικηγόρος, όχι ...ντετέκτιβ! Διότι η κυρία Μαργαρίτη ήθελε να ανακατέψει κανέναν από τους υπαλλήλους του να παρακολουθήσουν το Μανωλιό! Πάντως φαίνεται να το χώνεψε ότι ο δικηγόρος δεν κάνει αυτή τη δουλειά.
Επίσης ήθελε από το δικηγόρο να της πει και τη γνώμη του για την κουμπάρα... Είναι γυναίκα τώρα αυτή να ρίξει το Μανωλιό!
Ο Σταμάτης πάντως, ο δικηγόρος, τη συμβούλεψε, σαν παλιά του φίλη, να κοιτάξει να διορθώσει η ίδια τα πράγματα, να μην καταλήξουν σε διαζύγια.
Τότε η κυρία Μαρίκα ξέσπασε σε κλάματα. Τι δάκρυα ήταν αυτά! Τι πόνο έκρυβε μέσα της η καημενούλα και έτρεξαν καταρράκτες να τον ξεθυμάνουν.
Τέλος, σκουπίστηκε και έφυγε.
Η καλλίγραμμη μαυρομάτα την πήρε μέχρι την έξοδο και τα είπανε λιγάκι. Μάλιστα, κάτι της έλεγε στ’ αυτί και της κοπέλας – αλλά εμείς, υποτίθεται, δεν το ακούσαμε καλά, μόνο ένα «προσπάθησε... Μωρέ θα τα καταφέρεις, κάνε κάτι!», αυτά μόνο αρπάξαμε.
Φτάνοντας στο σπίτι έβαλε με προσοχή το κλειδί στην πόρτα, να μην ακουστεί καθόλου από μέσα, μπας και τους πιάσει στα πράσα. Σιγά, σιγά μπήκε μέσα.
«Μανωλιό!... Ε, Μανωλιό!...»
Πουθενά ο Μανωλιός της.
Μωρέ, δε θες να ’ναι στην κουμπάρα!
Αχ, βρε δικηγόρε, τι μου ’κανες. Τώρα ήθελα τη βοήθειά σου. Αλλά, τι να κάνω, πρέπει να πάω εγώ, και ντετέκτιβ θα γίνω.
Μια και δυο στο δρόμο πάλι. Με μεγάλη προσοχή βάζει μπρος τις ντετεκτιβικές της ικανότητες και πλησιάζει το σπίτι της γειτόνισσας, της κουμπάρας. Σκύβει όταν έφτασε στο φράχτη, ώστε να μη φαίνεται από μέσα, και σήκωσε κεφάλι μόνο όταν βρέθηκε μπροστά στην πόρτα. Χτυπά την πόρτα. Περιμένει. Κανένας θόρυβος. Ξαναχτυπά. Τίποτα.
Λες να’ ναι μέσα;... μονολογούσε. Μόνη της ας είναι, ή έστω με τον άντρα της. Με το δικό μου να μην είναι.
Ξαναχτυπά.
Κάτι ακούστηκε. Δεν άργησε ν’ ανοίξει η πόρτα.
Να σου την η κουμπάρα!... Αναμαλλιασμένη, ένα πρόχειρο φόρεμα φαγωμένο στην άκρη, ...
-Α, εσύ είσαι, κουμπάρα;
-Εγώ, κουμπάρα.
-Θα ’ρθεις μέσα, θες τίποτα;
-Τον άντρα μου.
-Τον κουμπάρο;... Εδώ τον ψάχνεις;
-Ε, είπα, επειδής είχα βγει έξω, όταν γύρισα δεν τον βρήκα στο σπίτι και είπα μπας κι ήρθε κατ’ εδώ.
-Όχι, καλέ... Δε φάνηκε. ‘Ελα μέσα.
-Όχι, όχι, ησύχασα... είπε η κυρία Μαργαρίτα κι έκανε στροφή. Αχ, άρχισε πάλι να μονολογεί, μωρέ θα σας πιάσω εγώ...
Καθώς έβαζε το κλειδί στην πόρτα της ν’ ανοίξει σταμάτησε. Κάτι της πέρασε απ’ το μυαλό. Γιατί να μην μπω μέσα; Γιατί να φύγω;... Κι αν τον έκρυβε μέσα;
Και πάνω που τα ’λεγε αυτά να σου κι ο Μανωλιός, λεβεντιά, φρέσκος, φρέσκος, χαμογελαστός, ερχοταν.
-Γύρισες; ... είπε στη γυναίκα του.
(Συνεχίζεται)