Του Μαρτίου 2009
και παραπλεύρως του Φεβρουαρίου
καταφατικός επίθ. λόγ., αρχ. καταφατ-ικός.
καταφερτζής ο, από το αοριστικό θέμα του ρ. καταφέρνω +κατάλ. –τζής.
καταφορά η, λόγ., αρχ. καταφορά < κατα-φέρω.
καταφρόνια η, όψιμο μεσν. < καταφρονώ.
καταφυγή η, λόγ. αρχ. κατα-φυγή.
κατάφωρος επίθ., λόγ, μεταγν. κατά-φωρος< κατά πρόθ. +φωρ (= κλέφτης).
κατάχαμα επίρρ., μεσν. κατά-χαμα < κατά πρόθ. + αρχ. χαμαί.
καταχθόνιος επίθ. λόγ., αρχ. κατα-χθόνιος.
καταχνιά η, μεσν. καταχνία < κατά πρόθ. +άχνη.
καταχραστής, ο, λόγ., νεότ. καταχραστής από το κατεχράσθην, νεότ. αόρ. του κατα-χρώμαι.
καταχωνιάζω από το κατα-χώνω +κατάλ. –ιάζω.
κατάψυχο, το, δροσιά· μεσν. κατάψυχον, ουδ. του επιθ. κατάψυχος < κατα-ψύχω.
κατεβατό, το, σελίδα· μεσν. κατεβατόν (= σελίδα) < μεταγν. καταβατόν < κατα-βαίνω.
κατεδαφίζω, λόγ. μεταγν. μσν. κατ-εδαφίζω (κατά +έδαφος).
κατελώ =τρώγω, αόρ. κατέλυσα <αρχ. κατα-λύω.
κατεργάρης ο, μεσν. κατεργ-άρης (κατά-δικος που δουλεύει σε κάτεργο < μεταγν. κάτεργον, πλοίο όπου δουλεύουν κατά-δικοι), ουδ. του επίθ. κάτ-εργος.
κατέρχομαι, λόγ, αρχ. κατ-έρχομαι.
κατεστημένο το, λόγ. νεότ. κατεστημένον, ουδ. παθητ. μετοχ. παρακειμένου του ρ. καθίστημι.
κατεύθυνση η, λόγ., νεότ. κατεύθυν-σις < κατ-ευθύνω.
κατευόδιο το, μεσν. κατευόδιον < κατ-ευοδώ.
κατεψυγμένος, επίθ. λόγ. μετοχ. παθ. παρακ. του αρχ. καταψύχω.
κατηγορούμενο το, λόγ. μετοχ, του αρχ. κατηγορούμαι.
κατήνα, η, βλ. κατίνα = αλυσίδα· ιταλ. catena.
κατής, ο, Τούρκος δικαστής· τουρκ.kadi.
κατήφεια, η, λόγ. αρχ. κατήφεια < κατηφής.
κατηφορίζω< ουσ. κατήφορος +κατάλ. –ίζω.
κατήφορος ο, μεσν. κατήφορος < μεταγν. επίθ. κατώ-φορος < αρχ. κατω-φερής.
κατήχηση, η, αρχ. κατήχησις < κατ-ηχώ.
κάτι, αντων. από τη φράση κάν τι.
κάτι, το, πτυχή· τουρκ. kat.
κατιμάς, ο, κρέας κατώτερης ποιότητας, που ο κρεοπώλης προσθέτει στο καλό. Από το τουρκ. ρ. katmak (=προσθέτω).
κατιτί, το, αντων. από τη φράση κάτι τι.
κατιφές, ο, βελούδο· τουρκ. kadife.
κατοικίδιος, επίθ. λόγ. μεταγν. κατοικ-ίδιος.
κάτοπτρο, το, λόγ. αρχ. κάτ-οπτρον.
κατόρθωμα, το αρχ. κατόρθωμα < κατ-ορθώ.
κάτος, ο, γάτος· μεσν. κάττος < λατιν. catus.
κατοστάρικο, το, από το κατοστή +κατάλ.-άρικο.
κατούρημα, το από το ρ. κατ-ουρώ.
κατουρλιό, το < κατρουλιό < κάτουρον > κάτρουρον (με προληπτική ανάπτυξη ρ) > κάτρουλον (ανομοίωση).
κάτοψη, η, λόγ. μεταγν. κάτ-οψις.
κατρακυλώ < κατα-κυλώ> κατλακυλώ ( με προληπτική ανάπτυξη λ) > κατρακυλώ ανομοίωση.